Ενώ οι αναλύσεις για την έκβαση του πολέμου στο Ιράν παραμένουν εγκλωβισμένες στο δίπολο Ουάσινγκτον και Τεχεράνης —με τη μία πλευρά να θεωρεί νίκη την απλή επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος και την άλλη να βλέπει ένα στρατηγικό αδιέξοδο— οι πραγματικά ωφελημένοι της σύγκρουσης δεν χρειάστηκε να εμπλακούν ενεργά στις εχθροπραξίες.
Η Τουρκία, το Πακιστάν και το Κατάρ εκμεταλλεύτηκαν το κενό ισχύος της αμερικανικής διπλωματίας στη Μέση Ανατολή, καθιστώντας τους εαυτούς τους απόλυτα απαραίτητους για τις εξελίξεις στην περιοχή.
Το Ισραήλ και η τουρκική επικράτηση
Στο πεδίο των επιχειρήσεων, το Ισραήλ κατάφερε ένα καίριο πλήγμα στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, εδραιώνοντας παράλληλα μια πλήρως λειτουργική επιχειρησιακή συμμαχία με τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η Τουρκία αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο κερδισμένο της περιφερειακής αναδιάταξης. Μετά την κατάρρευση του αλ Άσαντ, η Άγκυρα υποκατέστησε την επιρροή της Μόσχας και της Τεχεράνης στη Συρία.
Υπό την ηγεσία του Αχμέντ αλ-Σάραα, η Δαμασκός ανασυντάσσεται υπό τουρκική καθοδήγηση, ενώ η διάλυση των κουρδικών δυνάμεων του SDF σφράγισε μια στρατηγική νίκη που η Άγκυρα επιδίωκε επί μία δεκαετία, χωρίς καν να απαιτηθεί απευθείας στρατιωτική επέμβαση.
Το διπλωματικό «μονοπώλιο» Πακιστάν και Κατάρ
Το Πακιστάν αξιοποίησε τη γεωγραφική του θέση και τις προσωπικές επαφές της στρατιωτικής του ηγεσίας με την Ουάσινγκτον, μετατρέποντας το Ισλαμαμπάντ σε κεντρικό διπλωματικό κόμβο για τις απευθείας συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν. Παράλληλα, η χώρα ισχυροποίησε τη θέση της συμμετέχοντας σε τριμερή συμφωνία αμυντικής συνδρομής με την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία.
Από την πλευρά του, το Κατάρ κατάφερε να μετατρέψει τον διαμεσολαβητικό του ρόλο σε ισχυρή ασπίδα προστασίας. Μετά από ισραηλινά πλήγματα στη Ντόχα κατά στελεχών της Χαμάς, η καταριανή ηγεσία όχι μόνο απέσπασε επίσημη συγγνώμη από το Τελ Αβίβ, αλλά εξασφάλισε και αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας μέσω προεδρικού διατάγματος που εξισώνει τυχόν επίθεση στο Κατάρ με απειλή για την ασφάλεια των ίδιων των ΗΠΑ.
Το μάθημα για την Ουάσινγκτον
Τα οφέλη για την Άγκυρα, το Ισλαμαμπάντ και τη Ντόχα ενδέχεται να μην είναι μόνιμα, αποδεικνύουν όμως ότι στη νέα διεθνή αρχιτεκτονική οι πρωτοβουλίες επιβραβεύονται περισσότερο από τις παραδοσιακές συμμαχίες.
Το ζητούμενο πλέον για την αμερικανική διπλωματία είναι να εξαρτήσει το κύρος και τις αμυντικές συμφωνίες που παρέχει σε αυτούς τους παίκτες από απτά αποτελέσματα, αναπτύσσοντας παράλληλα εναλλακτικούς διαύλους ώστε να μην εξαρτάται αποκλειστικά από έναν μόνο διαμεσολαβητή.