Όταν ο Αμπί Άχμεντ ανέλαβε την πρωθυπουργία της Αιθιοπίας το 2018, θεωρήθηκε η μεγάλη ελπίδα για τη δημοκρατική αναγέννηση της παλαιότερης ανεξάρτητης χώρας της Αφρικής, η οποία έβγαινε από δεκαετίες αυταρχικού κρατικού ελέγχου.
Μέσα σε μόλις 90 ημέρες, ο 41χρονος τότε ηγέτης τερμάτισε μια εικοσαετή πολεμική σύγκρουση με τη γειτονική Ερυθραία και προχώρησε σε ριζικές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, απελευθερώνοντας πολιτικούς κρατουμένους και ενισχύοντας την ελευθερία του Τύπου — επιτεύγματα που του χάρισαν το Νόμπελ Ειρήνης.
Σήμερα, ωστόσο, η ευφορία εκείνης της περιόδου έχει εξανεμιστεί. Η Αιθιοπία των 135 εκατομμυρίων κατοίκων οδηγείται στις εθνικές εκλογές της 1ης Ιουνίου 2026 βαθιά διχασμένη, με τον άλλοτε «ειρηνοποιό» πρωθυπουργό να κατηγορείται από τους επικριτές του ως ο κύριος υπεύθυνος για την αναζωπύρωση των αιματηρών εθνοτικών συγκρούσεων και την καταστολή της αντίθετης γνώμης.
Η χώρα παρουσιάζει πλέον μια εικόνα δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πραγματικοτήτων. Από τη μία πλευρά, η πρωτεύουσα Αντίς Αμπέμπα βιώνει μια εντυπωσιακή οικονομική άνθηση με νέους ουρανοξύστες, σύγχρονες υποδομές και την πρόσφατη ίδρυση εθνικού χρηματιστηρίου.
Από την άλλη, εκτός των τειχών της πρωτεύουσας, μεγάλες περιφέρειες όπως το Τιγκράι, το Αμχάρα και η Ορομία παραμένουν βυθισμένες στον πόλεμο, τις μαζικές εκτοπίσεις και τις σφαγές.
Η ρίζα της αστάθειας εντοπίζεται στην απόφαση του Αμπί να καταργήσει το παραδοσιακό σύστημα του εθνοτικού ομοσπονδιακού μοντέλου που επέτρεπε στις περιφέρειες να διατηρούν τοπικούς στρατούς και δική τους νομοθεσία.
Στα τέλη του 2019, ο Αιθίοπας πρωθυπουργός διέλυσε τον κυβερνώντα συνασπισμό κομμάτων (EPRDF) και ίδρυσε το ενιαίο «Κόμμα Ευημερίας» (Prosperity Party), συγκεντρώνοντας την εξουσία γύρω από την κεντρική κυβέρνηση.
Η κίνηση αυτή απομόνωσε πολιτικά το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο του Τιγκράι (TPLF), οδηγώντας τελικά στον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο του 2020, ο οποίος κόστισε τη ζωή σε περίπου 600.000 ανθρώπους. Παρά την ειρηνευτική συμφωνία του 2022, η κατάσταση παραμένει έκρυθμη, με ενεργές εξεγέρσεις σε πολλαπλά μέτωπα.
Αναλυτές και πολιτικοί εξόριστοι, όπως ο ερευνητής Σουραφέλ Γκεταχούν, επισημαίνουν ότι ο κοινωνικός ιστός της χώρας έχει διαρραγεί πλήρως, ενώ οι αυθαίρετες συλλήψεις δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων έχουν εκμηδενίσει τη νομιμότητα της κυβέρνησης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αξιοπιστία της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης αμφισβητείται έντονα. Λόγω των εχθροπραξιών, οι κάλπες δεν θα στηθούν καθόλου στο Τιγκράι και σε τμήματα του Αμχάρα, αποκλείοντας εκατομμύρια πολίτες από την ψηφοφορία.
Αν και κόμματα της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν διώξεις και διοικητικά εμπόδια, εκτιμάται ότι η αναμέτρηση θα είναι ελαφρώς πιο ανταγωνιστική από εκείνη του 2021, όταν το κυβερνών κόμμα είχε σαρώσει σχεδόν το σύνολο των εδρών.
Σε μια στρατηγική κίνηση για να ενισχύσει τη διεθνή νομιμότητα της διαδικασίας, το Κόμμα Ευημερίας επέλεξε να μην κατεβάσει υποψηφίους σε ορισμένες περιφέρειες, αφήνοντας ελεύθερο πεδίο για την ανάδειξη ανεξάρτητων ή αντιπολιτευόμενων βουλευτών.
Παρά την παραχώρηση αυτή, το αποτέλεσμα θεωρείται προδιαγεγραμμένο, με τους επικριτές του Αμπί Άχμεντ να χαρακτηρίζουν τις εκλογές ως μια τυπική διαδικασία για την εκ νέου «στείψη» του στην εξουσία.