Τα θλιβερά γεγονότα στη Σβέρνιτσα δεν αφορούν μόνο μια επένδυση. Αφορούν το κατά πόσο η Αλβανία είναι διατεθειμένη να θυσιάσει τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στον βωμό ενός μοντέλου ανάπτυξης, που δοκιμάζει τα όρια του κράτους δικαίου και της –όποιας– ευρωπαϊκής αξιοπιστίας της.
Τα σοβαρά επεισόδια που σημειώθηκαν στη Σβέρνιτσα της Αλβανίας, με τραυματισμό Έλληνα Βορειοηπειρώτη διαδηλωτή, κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων της ελληνικής μειονότητας, που αντιδρά στην κλοπή, επί της ουσίας, των περιουσιών τους, ένα για μεγάλο τουριστικό επενδυτικό σχέδιο, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ένα ακόμη τοπικό επεισόδιο ή ως μια συνηθισμένη διαμάχη γύρω από επενδύσεις και περιουσιακά δικαιώματα.
Οι εικόνες βίας, οι καταγγελίες για πιέσεις προς κατοίκους και η εμπλοκή ισχυρών οικονομικών συμφερόντων επαναφέρουν ένα ζήτημα που εδώ και χρόνια υποβόσκει στις ελληνοαλβανικές σχέσεις: την αίσθηση μεγάλου μέρους της ελληνικής μειονότητας ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επιχειρούμενη σταδιακή πολιτική, οικονομική και δημογραφική αποδυνάμωση.
Συνεχείς καταγγελίες
Η υπόθεση της Σβέρνιτσα δεν είναι η πρώτη. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί επανειλημμένες καταγγελίες για αμφισβήτηση περιουσιακών δικαιωμάτων, για προβληματικές διαδικασίες κτηματογράφησης και για επενδυτικά σχέδια, που συχνά εμφανίζονται να υπερισχύουν των δικαιωμάτων των τοπικών κοινοτήτων.
Το πρόβλημα των περιουσιακών δικαιωμάτων δεν αποτελεί μια μεμονωμένη στόχευση κατά των Βορειοηπειρωτών, αλλά κομμάτι μιας ευρύτερης, προβληματικής κτηματογράφησης, που πλήττει την έννοια της ιδιοκτησίας στην Αλβανία εν γένει, αποκαλύπτοντας τα δομικά ελλείμματα του αλβανικού κράτους δικαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα των περιουσιών αποτελεί ένα από τα σταθερά θέματα, που επισημαίνουν ευρωπαϊκοί θεσμοί και οργανισμοί οι οποίοι παρακολουθούν την ενταξιακή πορεία της Αλβανίας στην ΕΕ.
Το γεγονός ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών έθεσε ευθέως θέμα προστασίας των περιουσιών και των δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών δείχνει ότι η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει το περιστατικό ως μια απλή υπόθεση δημόσιας τάξης, αλλά ως ζήτημα που συνδέεται με τον σεβασμό του κράτους δικαίου και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Πίσω όμως από τη σύγκρουση για μια παραθαλάσσια περιοχή κρύβεται κάτι βαθύτερο: η Αλβανία επιχειρεί να μετατραπεί σε σημαντικό τουριστικό και επενδυτικό προορισμό της Αδριατικής και του Ιονίου. Σε αυτό το μοντέλο ανάπτυξης οι παράκτιες περιοχές αποκτούν τεράστια οικονομική αξία. Και όταν η γη αποκτά τέτοια αξία, η ελληνική μειονότητα συχνά μετατρέπεται από γέφυρα συνεργασίας σε… «ενοχλητικό παράγοντα» που εμποδίζει σχεδιασμούς εξουσίας και επενδυτικών συμφερόντων. Η ελληνική μειονότητα της Βορείου Ηπείρου βρίσκεται ακριβώς πάνω σε αυτήν τη γεωπολιτική και οικονομική τομή.
Ο παράγων Τουρκία
Την ίδια στιγμή, θα ήταν αφελές να αγνοηθεί ένας ακόμα ευρύτερος περιφερειακός παράγοντας. Η Τουρκία έχει επενδύσει συστηματικά στην Αλβανία τα τελευταία χρόνια όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και πολιτικά και οικονομικά και πολιτισμικά. Η αυξανόμενη τουρκική επιρροή δημιουργεί ένα γεωπολιτικό περιβάλλον στο οποίο οι ελληνοαλβανικές τριβές όχι μόνο δεν αποθαρρύνονται, αλλά συχνά αξιοποιούνται ως στοιχείο διαπραγματευτικής ισχύος απέναντι στην Αθήνα.
Από στρατιωτικές συμφωνίες και εξοπλισμούς μέχρι δίκτυα επιρροής και στενές προσωπικές σχέσεις μεταξύ Άγκυρας και Τιράνων, η τουρκική παρουσία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος στα Δυτικά Βαλκάνια. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η διατήρηση εστιών έντασης μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας περιορίζει τα περιθώρια στρατηγικής σύγκλισης των δύο χωρών και αποδυναμώνει έναν πιθανό άξονα σταθερότητας στην περιοχή.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το κρίσιμο ζήτημα της οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Παρά τις κατά καιρούς θετικές δηλώσεις, η υπόθεση εξακολουθεί να κινείται αργά και υπό τη σκιά εθνικιστικών αντανακλαστικών στα Τίρανα. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε κρίση που αφορά την ελληνική μειονότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς επηρεάζει το συνολικό κλίμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο χώρες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία Αθήνα και Τίρανα καλούνται να οικοδομήσουν το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης για την οριστική διευθέτηση εκκρεμοτήτων, όπως η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και η προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.
Ευρωπαϊκή ωριμότητα
Υπάρχει όμως και μια παράμετρος που η αλβανική ηγεσία δεν μπορεί να αγνοήσει: η Αλβανία επιδιώκει στρατηγικά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πορεία αυτή δεν εξαρτάται μόνο από οικονομικούς δείκτες ή θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Εξαρτάται και από τον σεβασμό των δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών, του κράτους δικαίου και των ευρωπαϊκών αρχών. Η Ελλάδα αποτελεί κράτος-μέλος της ΕΕ και διαθέτει τη δυνατότητα να επηρεάσει καθοριστικά την ενταξιακή διαδικασία.
Το μήνυμα, που εκπέμπεται από τη Σβέρνιτσα δεν αφορά μόνο μια τοπική διαμάχη… Αφορά το κατά πόσο η Αλβανία είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως ευρωπαϊκό κράτος ή αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει κρίσιμα ζητήματα δικαιωμάτων μέσα από λογικές πολιτικής ισχύος και επιλεκτικής εφαρμογής του νόμου.
Γιατί τελικά η στάση μιας χώρας απέναντι στην ελληνική μειονότητα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα εσωτερικής πολιτικής. Αποτελεί μέτρο δημοκρατίας, κράτους δικαίου και ευρωπαϊκής ωριμότητας. Και στη Σβέρνιτσα, η Αλβανία δεν δοκιμάστηκε μόνο απέναντι στους Έλληνες ομογενείς… Δοκιμάστηκε απέναντι στην ίδια την ευρωπαϊκή εικόνα που επιχειρεί να προβάλλει.
Πηγή: tomanifesto.gr