Η νέα πυραυλική επίθεση του Ιράν εναντίον του Ισραήλ, η οποία σημειώνεται έπειτα από 100 ημέρες πολεμικών αναταράξεων —με 36 ημέρες ενεργών εχθροπραξιών και 64 ημέρες μιας εύθραυστης εκεχειρίας— γεννά σοβαρά ερωτήματα για τη σκοπιμότητα και το timing της Τεχεράνης.
Το κύριο ερώτημα αφορά το γιατί η ιρανική ηγεσία επέλεξε μια τόσο ακραία κίνηση τη δεδομένη στιγμή, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη μια κρίσιμη και προχωρημένη διαπραγμάτευση με την Ουάσιγκτον για την επίτευξη διμερούς συμφωνίας.
Αν και η επίσημη δικαιολογία της Τεχεράνης συνδέει τα πλήγματα στο Βόρειο Ισραήλ με τις πρόσφατες ισραηλινές επιθέσεις στα περίχωρα της Βηρυτού, αναλυτές επισημαίνουν ότι η Χεζμπολάχ και το μέλλον των Σιιτών του Λιβάνου δεν αποτελούν την απόλυτη προτεραιότητα του νέου ιρανικού καθεστώτος, ώστε να ρισκάρει μια ιστορική συμφωνία με τις ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα, η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής «τεστ αντοχής» προς τον Λευκό Οίκο. Το Ιράν, θεωρώντας τον Ντόναλντ Τραμπ έναν παραδοσιακά αναξιόπιστο συνομιλητή, έχει εντάξει τρεις συγκεκριμένες «δοκιμασίες» στις διαπραγματεύσεις για το μνημόνιο κατανόησης, προκειμένου να αποσπάσει έμπρακτες εγγυήσεις ασφαλείας.
Η πρώτη αφορά τη δοκιμασία της ασφάλειας στον Λίβανο. Απαιτώντας την περίληψη της εκεχειρίας στη συμφωνία, η Τεχεράνη δεν επιδιώκει απλώς την προστασία της Χεζμπολάχ, αλλά θέλει να διαπιστώσει αν ο Τραμπ έχει την πολιτική ισχύ να συγκρατήσει το Ισραήλ.
Αν το καταφέρει, η ιρανική ηγεσία θα πειστεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να προστατεύσει και τη μελλοντική τους συμφωνία από ισραηλινές παρεμβάσεις.
Η δεύτερη είναι η δοκιμασία της κυριαρχίας στα Στενά του Ορμούζ. Η ιρανική πλευρά επιμένει στην επιβολή ενός τυπικού τέλους διέλευσης για τα πλοία στην περιοχή. Στόχος δεν είναι το οικονομικό κέρδος, αλλά η επίσημη αναγνώριση της ιρανικής ισχύος από τον Τραμπ, αναγκάζοντάς τον να υπεραμυνθεί αυτής της παραχώρησης απέναντι στους σκληροπυρηνικούς της Ουάσιγκτον.
Η τρίτη αφορά τη δοκιμασία της οικονομικής αξιοπιστίας μέσω των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων. Το Ιράν πιέζει για την άμεση αποδέσμευση κεφαλαίων σε πρώιμο στάδιο.
Παρότι τα ποσά είναι μικρά, η κίνηση αυτή λειτουργεί ως crash test για το αν ο μηχανισμός κυρώσεων των ΗΠΑ είναι πράγματι πρόθυμος να επιτρέψει στην Τεχεράνη να διαχειριστεί τα χρήματά της, δημιουργώντας ένα πρακτικό προηγούμενο για τη μελλοντική άρση των κυρώσεων μέσω του τραπεζικού συστήματος.
Αν και για πολλούς στην Ουάσιγκτον οι απαιτήσεις αυτές φαντάζουν παράλογες, για την Τεχεράνη αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε οι ΗΠΑ να επενδύσουν ουσιαστικό πολιτικό κεφάλαιο στη συμφωνία.
Μέχρι στιγμής, η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι ο Τραμπ αποτυγχάνει σε αυτές τις δοκιμασίες. Έχοντας υποστεί σημαντικά πλήγματα, το Ιράν επιλέγει συνειδητά να ρισκάρει, υιοθετώντας την επιθετική τακτική των αντιπάλων του και προσπαθώντας να επιβάλει τους δικούς του όρους στο διπλωματικό παιχνίδι, έστω κι αν το τελικό κόστος αυτής της επιλογής παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο.