Σε μια καθοριστική καμπή για τη γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν αποφάσισαν να απομονώσουν προσωρινά το εξαιρετικά ακανθώδες ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, επιδιώκοντας να δώσουν μια άμεση, πρακτική διέξοδο στα υπόλοιπα ανοιχτά μέτωπα του πολέμου.
Εάν δεν υπάρξουν απρόοπτα της τελευταίας στιγμής, οι δύο πλευρές αναμένεται να υπογράψουν στη Γενεύη ένα κρίσιμο μνημόνιο κατανόησης. Η συμφωνία αυτή προβλέπει την παράταση της κατάπαυσης του πυρός για ακόμη 60 ημέρες σε όλα τα πολεμικά μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, καθώς και τον τερματισμό του ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια.
Με αυτή την κίνηση, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει να διαχειριστεί τις άμεσες οικονομικές και επιχειρησιακές επιπτώσεις της σύγκρουσης παρά τα βαθύτερα αίτια της, εξασφαλίζοντας την αποσυμπίεση των διεθνών τιμών της ενέργειας, παρά το γεγονός ότι κρίσιμες τεχνικές λεπτομέρειες για τον έλεγχο και τη ναυσιπλοΐα στα Στενά παραμένουν ακόμη υπό διαπραγμάτευση.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια προσωρινή υποχώρηση από τις αρχικές, σκληρές απαιτήσεις της Ουάσιγκτον, η οποία το προηγούμενο διάστημα αξίωνε την πλήρη εξάλειψη του εμπλουτισμένου ουρανίου, τον τερματισμό του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν και τη διάλυση του δικτύου των περιφερειακών πληρεξουσίων του, όπως η Χεζμπολάχ και οι Χούθι.
Στον βωμό της άμεσης σταθεροποίησης των διεθνών πλωτών οδών, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να μεταθέσει αυτά τα μεγάλα ζητήματα για το μέλλον, καλώντας παράλληλα το Ισραήλ να αναστείλει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις στον Λίβανο, μια κίνηση που προκάλεσε έντονες αναταράξεις στις συμμαχικές σχέσεις των δύο χωρών.
Σύγχυση, οργή και πολιτικό αδιέξοδο για την κυβέρνηση Νετανιάχου
Η τροπή των διαπραγματεύσεων έχει προκαλέσει βαθύτατη ανησυχία και πολιτική δυσαρέσκεια στο Τελ Αβίβ, με την ισραηλινή κυβέρνηση να βρίσκεται πλέον σε τροχιά μετώπου με τον Λευκό Οίκο.
Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις του Αμερικανού αντιπροέδρου, Τζέι Ντι Βανς, για τον κεντρικό ρόλο του Ισραήλ στην περιοχή, η ισραηλινή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία θεωρεί τη συγκεκριμένη συμφωνία εξαιρετικά δυσμενή για τα συμφέροντά της.
Ακροδεξιοί υπουργοί της κυβέρνησης, όπως ο Μπεν-Γκβιρ και ο Σμότριτς, έσπευσαν να απορρίψουν δημόσια το μνημόνιο κατανόησης, χαρακτηρίζοντάς το επιζήμιο για τον ελεύθερο κόσμο και ξεκαθαρίζοντας ότι η χώρα τους δεν δεσμεύεται από αυτό.
Την ίδια στιγμή, η ισραηλινή κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη και οργισμένη, καθώς το αφήγημα του Μπενιαμίν Νετανιάχου για μια ολοκληρωτική αμερικανοϊσραηλινή συμμαχία που θα ανέτρεπε το καθεστώς της Τεχεράνης δείχνει να καταρρέει.
Το διακύβευμα για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό είναι τεράστιο, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με τις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου και με δικαστικές εκκρεμότητες για υποθέσεις διαφθοράς. Η επιλογή του Τραμπ να δώσει προτεραιότητα στην απεμπλοκή των ΗΠΑ από τον πόλεμο αφήνει τον Νετανιάχου εκτεθειμένο, με τις ισραηλινές δυνάμεις εγκλωβισμένες σε παρατεταμένες επιχειρήσεις στον Λίβανο.
Παρά το γεγονός ότι ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας, Ισραέλ Κατς, διαμηνύει ότι τα στρατεύματα θα παραμείνουν επ' αόριστον στις ζώνες ασφαλείας, η ισραηλινή ηγεσία αποφεύγει την ανοιχτή σύγκρουση με τον Τραμπ, επιλέγοντας να καλλιεργήσει παρασκηνιακά το αφήγημα ότι η Ουάσιγκτον εγκατέλειψε τον βασικότερο σύμμαχό της.
Σε κάθε περίπτωση, το Ισραήλ εμφανίζεται έτοιμο να αναλάβει μονομερή στρατιωτική δράση εάν η Τεχεράνη επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί το 60ήμερο διάστημα για να ανασυντάξει τις πυρηνικές της δυνατότητες.