Νέα ερωτήματα για το περιεχόμενο της υπό διαμόρφωση συμφωνίας μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών προκαλούν οι δηλώσεις της Τεχεράνης, σύμφωνα με τις οποίες η συμφωνία περιλαμβάνει και την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, υποστήριξε ότι η παραμονή ισραηλινών στρατευμάτων σε λιβανικό έδαφος συνιστά παραβίαση του μνημονίου κατανόησης που επιτεύχθηκε μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον.
«Ο τερματισμός του πολέμου στον Λίβανο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πλήρους τερματισμού της σύγκρουσης. Χωρίς την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τα εδάφη που κατέλαβαν κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, ο πόλεμος δεν έχει λήξει πλήρως», δήλωσε ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών.
Ωστόσο, η ισραηλινή κυβέρνηση εμφανίζεται να ερμηνεύει διαφορετικά τη συμφωνία. Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ανέφερε ότι η συμφωνία αποτελεί πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι το Ισραήλ προτίθεται να διατηρήσει στρατιωτική παρουσία σε ζώνη ασφαλείας στον νότιο Λίβανο για όσο διάστημα το κρίνει αναγκαίο.
Η διαφωνία αυτή αναδεικνύει τις σημαντικές εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν ενόψει της προγραμματισμένης τελετής υπογραφής της συμφωνίας στη Γενεύη την Παρασκευή.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται Αμερικανοί και περιφερειακοί αξιωματούχοι, η συμφωνία προβλέπει την άμεση επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, την άρση του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και την έναρξη διαπραγματεύσεων διάρκειας 60 ημερών για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται ζητήματα που αφορούν την αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, τη σταδιακή χαλάρωση των κυρώσεων και την παροχή οικονομικής στήριξης για την ανάπτυξη και ανοικοδόμηση της χώρας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις και τις αβεβαιότητες που εξακολουθούν να περιβάλλουν αρκετές πτυχές της συμφωνίας, οι ηγέτες των χωρών της G7 χαιρέτισαν τις εξελίξεις ως σημαντική διπλωματική πρόοδο.
Όπως υπογράμμισαν, η ταχεία εφαρμογή της συμφωνίας θεωρείται κρίσιμη τόσο για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ όσο και για τον περιορισμό των επιπτώσεων που έχουν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή στην παγκόσμια οικονομία.