Οι υπηρεσίες πληροφοριών σε όλο τον κόσμο αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούν στόχους. Αντί να βασίζονται αποκλειστικά σε παραδοσιακές υποκλοπές, στρέφονται πλέον σε μια νέα, «νόμιμη» οδό: την αγορά προσωπικών δεδομένων από την αγορά της ψηφιακής διαφήμισης.
Η πρακτική αυτή, γνωστή ως Adint (Advertising Intelligence), επιτρέπει στις κυβερνήσεις να αποκτήσουν πρόσβαση σε τεράστιο όγκο πληροφοριών χωρίς τις νομικές δυσκολίες που συνοδεύουν τις επίσημες παρακολουθήσεις.
Σύμφωνα με έρευνα Γερμανών ακαδημαϊκών και στοιχεία που δημοσιεύουν οι Financial Times, το «κενό» στη νομοθεσία είναι χαοτικό. Ενώ οι τηλεφωνικές υποκλοπές διέπονται από αυστηρούς κανόνες, η αγορά εμπορικών δεδομένων παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη. Οι μυστικές υπηρεσίες αγοράζουν δεδομένα –είτε απευθείας είτε μέσω εταιρειών «βιτρίνα»– που περιλαμβάνουν από το ιστορικό τοποθεσίας ενός χρήστη έως εξαιρετικά ευαίσθητα προσωπικά στοιχεία, όπως θρησκευτικές πεποιθήσεις ή σεξουαλικό προσανατολισμό.
Το μέγεθος του προβλήματος
Η χρήση του Adint χαρακτηρίζεται ως «κοσμοϊστορική αλλαγή». Η ευρωπαϊκή δεξαμενή σκέψης Interface επισημαίνει ότι η πρακτική αυτή εξαπλώνεται ταχύτατα και στην Ευρώπη, καθιστώντας τους νόμους που θεσπίστηκαν μετά τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν το 2013 ουσιαστικά ξεπερασμένους.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι καταναλωτές παραχωρούν αυτά τα δικαιώματα μέσω των όρων χρήσης των εφαρμογών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Παρά το γεγονός ότι ακόμη και υπηρεσίες πληροφοριών, όπως η γαλλική DGSE, έχουν ζητήσει από το 2021 τη θέσπιση νομικού πλαισίου για τον έλεγχο της αγοράς εμπορικών δεδομένων, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ουσιαστική θεσμική αντίδραση, αφήνοντας ένα επικίνδυνο κενό στην προστασία της ιδιωτικότητας.