Θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο πανελλήνιο προκαλεί η είδηση του θανάτου της σπουδαίας ηθοποιού του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου, Μάρως Κοντού, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών.
Η αγαπημένη ηθοποιός νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα στην Πνευμονολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Αττικόν», όπου άφησε την τελευταία της πνοή.
Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού κινηματογράφου, με πολυετή παρουσία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Με το πλούσιο καλλιτεχνικό της έργο και τις ερμηνείες της άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, κερδίζοντας την αγάπη και την εκτίμηση του κοινού επί δεκαετίες.
Η σπουδαία πορεία μιας μεγάλης κυρίας του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου
Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις σημαντικότερες και πιο αγαπητές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία καλλιτεχνική παρακαταθήκη που σημάδεψε περισσότερες από έξι δεκαετίες δημιουργικής παρουσίας.
Γεννήθηκε στο Κουκάκι της Αθήνας, στην ίδια γειτονιά όπου μεγάλωσαν ο Μάριος Πλωρίτης και η Νάνα Μούσχουρη. Έχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών και μεγάλωσε μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά της.
Τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα έγιναν στον χώρο του χορού, στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, τη σημερινή Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Το ταλέντο της τής εξασφάλισε υποτροφία για σπουδές στη σχολή Hladek της Γερμανίας, την οποία όμως δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών.
Παρά τις οικογενειακές πιέσεις να ακολουθήσει διαφορετική επαγγελματική πορεία, επέλεξε συνειδητά την τέχνη. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό κατά το οποίο «σαμπόταρε» τη διαδικασία πρόσληψής της στην Εθνική Τράπεζα, παραδίδοντας στις εξετάσεις σημείωμα που έγραφε: «Δεν μ' ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».
Η αρχή στο Εθνικό Θέατρο
Το 1953 εντάχθηκε στο Εθνικό Θέατρο, ύστερα από οντισιόν που πραγματοποίησε ο Δημήτρης Ροντήρης. Η πρώτη της εμφάνιση έγινε στον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, ενώ συμμετείχε και στην πρώτη διοργάνωση των Επιδαυρίων.
Παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο έως το 1958, συνεργαζόμενη με κορυφαίες προσωπικότητες όπως η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής και η Άννα Συνοδινού.
Λίγο αργότερα πέρασε στο ελεύθερο θέατρο, αρχικά δίπλα στον Ντίνο Ηλιόπουλο και στη συνέχεια στον Δημήτρη Χορν, ο οποίος της εμπιστεύθηκε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο στην αθηναϊκή σκηνή.
Το 1962 συμμετείχε στη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, ερμηνεύοντας το τραγούδι «Μαύρη Φορντ», το οποίο εξελίχθηκε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές επιτυχίες της.
Στην πολύχρονη θεατρική της διαδρομή συμμετείχε σε περισσότερες από 90 παραστάσεις, συνεργαζόμενη με σπουδαίους πρωταγωνιστές, όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Κώστας Βουτσάς και ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ενώ παρέμεινε ενεργή μέχρι και τα τελευταία χρόνια της καριέρας της, συνεργαζόμενη με δημιουργούς όπως ο Λάκης Λαζόπουλος και ο Σταμάτης Κραουνάκης.
Η λαμπρή πορεία στον κινηματογράφο
Η πρώτη κινηματογραφική της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1954 στην ταινία «Χαρούμενο Ξεκίνημα» της Φίνος Φιλμ, ενώ η καθιέρωσή της ήρθε λίγα χρόνια αργότερα με τα «Κίτρινα Γάντια» (1960).
Ακολούθησαν δεκάδες επιτυχημένες κινηματογραφικές παραγωγές, ανάμεσά τους οι ταινίες «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Αντιγόνη», «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» και «Το Μεγάλο Κανόνι».
Ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου κατέχει το κινηματογραφικό ζευγάρι που δημιούργησε με τον Γιώργο Κωνσταντίνου στην ταινία «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα», ενώ ιδιαίτερα αγαπημένες υπήρξαν και οι δεκατρείς κινηματογραφικές συνεργασίες της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.
Συνολικά συμμετείχε σε περισσότερες από 50 κινηματογραφικές ταινίες, αποτελώντας μία από τις πλέον εμβληματικές πρωταγωνίστριες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.
Το 2012 επέστρεψε στη μεγάλη οθόνη με την ταινία «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, ενώ το 2021 εμφανίστηκε τηλεοπτικά στη δημοφιλή σειρά «Γη της Ελιάς».
Πολιτική και ζωγραφική
Παράλληλα με την καλλιτεχνική της διαδρομή, η Μάρω Κοντού ανέπτυξε και πολιτική δραστηριότητα. Το 1994 εξελέγη δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, ενώ διετέλεσε πρόεδρος του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9.84 και του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα».
Υπηρέτησε επίσης ως βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας σε τρεις διαφορετικές κοινοβουλευτικές περιόδους, εκπροσωπώντας την Α' Αθηνών.
Ιδιαίτερη θέση στη ζωή της κατείχε και η ζωγραφική. Έργα της παρουσιάστηκαν σε ατομική έκθεση στην Γκαλερί Αντήνωρ, ενώ πίνακάς της φιλοξενείται στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου Βορρέ.
Με την πολυσχιδή παρουσία της στο θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και τη δημόσια ζωή, η Μάρω Κοντού άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στον ελληνικό πολιτισμό και θα παραμείνει μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της καλλιτεχνικής ιστορίας της χώρας.