Καθώς το περιβάλλον ασφαλείας στην Ευρώπη μεταβάλλεται ραγδαία, οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας αποκτούν εκ νέου βαρύνουσα στρατηγική σημασία. Ωστόσο, παρά την έμφαση που δίνουν οι Βρυξέλλες στην ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων και τον ρόλο της Άγκυρας ως βασικού οικονομικού εταίρου, ένα άλυτο ζήτημα εξακολουθεί να σκιάζει κάθε προσπάθεια ουσιαστικής προσέγγισης: το Κυπριακό.
Η παρατεταμένη αυτή πολιτική διαμάχη, που βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο για την κοινή αμυντική πορεία των δύο πλευρών, προκαλώντας έναν κύκλο αβεβαιότητας που επηρεάζει άμεσα τα εξοπλιστικά προγράμματα της Γηραιάς Ηπείρου.
Αν και η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ παραμένει «παγωμένη», η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι πιέσεις των ΗΠΑ για επανεξοπλισμό της Ευρώπης ανάγκασαν τις Βρυξέλλες να επανεκτιμήσουν τη στρατηγική αξία της Άγκυρας.
Η ραγδαία αναπτυσσόμενη τουρκική αμυντική βιομηχανία και η ικανότητά της για ταχεία παροχή στρατιωτικού υλικού έχουν ενισχύσει τη θέση της. Παρ' όλα αυτά, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εμφανίζονται διχασμένες ως προς τη διαχείριση αυτού του δεδομένου.
Από τη μία πλευρά, η Γερμανία αντιμετωπίζει την Τουρκία ως ζωτικό περιφερειακό σύμμαχο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, στηρίζοντας τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία αεράμυνας Sky Shield (ESSI) από το 2024. Από την άλλη, η Γαλλία παραμένει επιφυλακτική, προτάσσοντας την ανάγκη για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και εκφράζοντας αμφιβολίες για την επέκταση της αμυντικής συνεργασίας με τρίτες χώρες.
Το κυριότερο πολιτικό και θεσμικό εμπόδιο για την Τουρκία εντοπίζεται στην κατηγορηματική αντίθεση της Ελλάδας και της Κύπρου. Η στάση αυτή κρατά την Άγκυρα αποκλεισμένη από κρίσιμα ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως το SAFE (Security Action for Europe), το οποίο χρηματοδοτεί κοινούς αμυντικούς εξοπλισμούς, και το EDIP (European Defence Industry Programme), που στοχεύει στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανικής βάσης.
Αναλυτές, όπως ο Ρικάρντο Γκάσκο του ινστιτούτου IstanPol, επισημαίνουν ότι η ΕΕ δεν μπορεί να επιβιώσει αμυντικά χωρίς την Τουρκία, δεδομένου ότι διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 μετέτρεψε μια περιφερειακή διαφορά σε αμιγώς ευρωπαϊκό ζήτημα με άμεσες προεκτάσεις στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας.
Για τη Λευκωσία, η θέση παραμένει σταθερή: κάθε ουσιαστική αμυντική συνεργασία της ΕΕ με την Τουρκία είναι αδύνατο να διαχωριστεί από την κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού.
Η κυπριακή πλευρά υποστηρίζει ότι η συμμετοχή μιας χώρας που διατηρεί κατοχικό στρατό σε έδαφος κράτους-μέλους της ΕΕ στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα αποτελεί κόκκινη γραμμή και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα συμφέροντα ασφάλειας της Κύπρου.
Σε μια προσπάθεια να ξεπεραστεί το αδιέξοδο, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο, στηρίζοντας τις προσπάθειες του ΟΗΕ για τη σύγκληση μιας άτυπης πενταμερούς συνάντησης με σκοπό την επανέναρξη των συνομιλιών.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον ορισμό του Ραφαέλε Φίτο ως Εκτελεστικού Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Συνοχή και τις Μεταρρυθμίσεις, μια κίνηση που ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης χαιρέτισε ως δικαίωση της διπλωματικής στρατηγικής της Λευκωσίας.
Παρ' όλα αυτά, η Άγκυρα και η τουρκοκυπριακή ηγεσία υποδέχονται αυτές τις κινήσεις με έντονη δυσπιστία, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της ΕΕ και επαναλαμβάνοντας το επιχείρημα ότι οι Βρυξέλλες έχασαν την αμεροληψία τους από τη στιγμή που αποδέχθηκαν την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο, η στρατηγική ανάγκη της Ευρώπης για την Τουρκία θα συνεχίσει να προσκρούει στα ανυπέρβλητα όρια που θέτει μία από τις μακροβιότερες πολιτικές εκκρεμότητες της ηπείρου.