Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαμόρφωσε αθόρυβα το μεγαλύτερο δίκτυο σύγχρονων συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο —με εταίρους όπως η Ινδία, η Αυστραλία, η Ινδονησία, η Κένυα και το μπλοκ της Mercosur— καλύπτοντας σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Ενώ στις Βρυξέλλες το επίτευγμα αυτό προβάλλεται ως υπεράσπιση των πολυμερών κανόνων απέναντι στον αμερικανικό προστατευτισμό, η στρατηγική αυτή αφήνει ανεπηρέαστη τη βασική αιτία αποσταθεροποίησης του παγκόσμιου εμπορίου: την οικονομική επιθετικότητα της Κίνας.
Έλλειμμα-ρέκορ και δομικές ανισορροπίες
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια ραγδαία επιδείνωση, καθώς το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με το Πεκίνο άγγιξε τα 360,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025 (αύξηση 15%) και διευρύνθηκε περαιτέρω κατά 10% το πρώτο τετράμηνο του 2026. Αυτό μεταφράζεται σε μια καθημερινή εκροή περίπου 1,15 δισ. ευρώ προς την Κίνα.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια βαθιά δομική ανισορροπία. Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι το Πεκίνο διοχετεύει το 4,4% του ΑΕΠ του σε επιδοτήσεις, φθηνή χρηματοδότηση και προστατευτισμό για τη στήριξη των εξαγωγών του —ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο από το αντίστοιχο ευρωπαϊκό.
Καθώς η Κίνα αντιμετωπίζει την εξαγωγική κυριαρχία ως στρατηγικό στόχο, η ευρωπαϊκή εμπορική αρχιτεκτονική αποδεικνύεται ανεπαρκής, καθώς είχε σχεδιαστεί με την υπόθεση ότι οι μεγάλες οικονομίες θα συνέκλιναν προς τους ίδιους κανόνες αγοράς.
Ένας ακήρυχτος εμπορικός πόλεμος
Παρά τη γραφειοκρατική γλώσσα των Βρυξελλών, ΕΕ και Κίνα βρίσκονται ήδη σε έναν κύκλο διαδοχικών αντιποίνων. Η αρχή έγινε τον Οκτώβριο του 2024, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε αντισταθμιστικούς δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα.
Η απάντηση του Πεκίνου ήρθε τον Δεκέμβριο του 2025 με την επιβολή δασμών που άγγιξαν το 20% στο ευρωπαϊκό χοιρινό κρέας, βάζοντας παράλληλα στο στόχαστρο το γαλλικό κονιάκ και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Από την πλευρά της, η ΕΕ διεξάγει έως τα μέσα του 2026 συνολικά 21 έρευνες αντιντάμπινγκ, με τις 18 από αυτές να επικεντρώνονται αποκλειστικά σε κινεζικά προϊόντα, όπως τα ηλιακά πάνελ, οι ανεμογεννήτριες και ο χάλυβας. Παράλληλα, με την κατάργηση της απαλλαγής δασμών για μικροδέματα κάτω των 150 ευρώ, μπήκαν στο στόχαστρο κινεζικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου όπως η Temu και η Shein.
Ωστόσο, οι γραφειοκρατικές έρευνες της ΕΕ διαρκούν έως και 18 μήνες, καθιστώντας τα ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία πολύ αργά απέναντι στον ραγδαίο ρυθμό των κινεζικών εξαγωγών.
Το αμερικανικό μοντέλο και το υπαρξιακό δίλημμα των Βρυξελλών
Στους διπλωματικούς κύκλους των Βρυξελλών φουντώνει η συζήτηση για τη δημιουργία ενός ταχύτερου και πιο ευέλικτου μηχανισμού προστασίας, στα πρότυπα του αμερικανικού «Section 301», ή ακόμη και για την επιβολή πλαφόν στις εισαγωγές ανά χώρα.
Εδώ όμως αναδεικνύεται το κεντρικό δίλημμα: Η Ευρώπη έχτισε τη διπλωματική της ταυτότητα ως ο θεματοφύλακας της πολυμερούς νομιμότητας. Για να αντιμετωπίσει όμως αποτελεσματικά την κινεζική υπερπαραγωγή, ίσως χρειαστεί να υιοθετήσει τα ίδια μονομερή και διακριτικά εργαλεία για τα οποία κατηγορούσε τις ΗΠΑ.
Όπως καταλήγουν αναλυτές, ο κόσμος δεν χρειάζεται μια Ευρώπη που μιμείται τις ΗΠΑ, αλλά μια Ευρώπη αποτελεσματική. Και η αποτελεσματικότητα απέναντι στην κινεζική εξαγωγική μηχανή απαιτεί τον συντονισμό των αμυντικών εργαλείων με τους νέους διεθνείς εταίρους της, αφήνοντας στην άκρη τις καθυστερήσεις του παρελθόντος.