Έντονες αντιδράσεις και προβληματισμό προκαλεί στο Ισραήλ η ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας, η οποία παρέχει στο Ριάντ τη δυνατότητα να αναπτύξει μη στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα με αμερικανική τεχνολογία και να προχωρήσει σε εμπλουτισμό ουρανίου.
Παρά το γεγονός ότι η συμφωνία αφορά ειρηνικούς σκοπούς και εκκρεμεί η τελική έγκρισή της από το αμερικανικό Κογκρέσο, Ισραηλινοί αξιωματούχοι και πολιτικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο πυροδότησης μιας επικίνδυνης κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών στην ευρύτερη περιοχή.
Ενώ η κυβέρνηση Νετανιάχου αποφεύγει μέχρι στιγμής να τοποθετηθεί δημοσίως, η αντιπολίτευση και πρώην στελέχη της ασφάλειας εξαπολύουν δριμεία κριτική.
Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ έκανε λόγο για «σοβαρή στρατηγική αποτυχία» που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας, ενώ ο πρώην υπουργός Άμυνας Αβίγκντορ Λίμπερμαν υποστήριξε ότι ένα πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα θα οδηγήσει νομοτελειακά στην απόκτηση πυρηνικών όπλων, καλώντας το Ισραήλ να ασκήσει πιέσεις στο Κογκρέσο για το μπλοκάρισμα της συμφωνίας.
Παράλληλα, εκφράζεται προβληματισμός για το γεγονός ότι η συμφωνία προχώρησε ανεξάρτητα από μια συνολική διαδικασία εξομάλυνσης των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας.
Όπως επεσήμανε ο πρώην υπουργός Άμυνας Μπένι Γκαντζ, η παραχώρηση πυρηνικών δυνατοτήτων στο Ριάντ εκτός του πλαισίου μιας ευρύτερης περιφερειακής συμμαχίας υπονομεύει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις Ουάσινγκτον και Σαουδικής Αραβίας για το ζήτημα αυτό διήρκεσαν χρόνια λόγω των επιφυλάξεων για τη διάδοση των πυρηνικών όπλων.