Η πολυαναμενόμενη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας βρέθηκε αιφνιδίως στον αέρα, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η υλοποίησή της θα εξαρτηθεί από την ένταξη του Ριάντ στις Συμφωνίες του Αβραάμ και την εξομάλυνση των σχέσεών του με το Ισραήλ.
Η εξέλιξη προκάλεσε αιφνιδιασμό τόσο στους διαπραγματευτές της αμερικανικής κυβέρνησης όσο και στη σαουδαραβική πλευρά, καθώς η αρχική συμφωνία δεν περιλάμβανε τέτοιο όρο.
Σύμφωνα με το CNN, η συμφωνία είχε παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων που διήρκεσαν περισσότερο από δύο δεκαετίες και θεωρούνταν σημαντική επιτυχία για τη Σαουδική Αραβία.
Ωστόσο, λίγες ώρες μετά την ανακοίνωσή της, ο Τραμπ ξεκαθάρισε μέσω ανάρτησής του ότι προϋπόθεση αποτελεί πλέον η συμμετοχή του Ριάντ στις Συμφωνίες του Αβραάμ, απορρίπτοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς ότι θα επιτρεπόταν εμπλουτισμός ουρανίου σε σαουδαραβικό έδαφος.
Πηγές που επικαλείται το αμερικανικό δίκτυο αναφέρουν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ εμφανίστηκε ιδιαίτερα ενοχλημένος επειδή η ανακοίνωση της συμφωνίας έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική ενημέρωσή του από τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ.
Η δυσαρέσκεια εντάθηκε έπειτα από τις αντιδράσεις ειδικών και συντηρητικών μέσων ενημέρωσης, ενώ στον Λευκό Οίκο επικράτησε σύγχυση για το κατά πόσο η συμφωνία είχε λάβει την τελική προεδρική έγκριση.
Ο Λευκός Οίκος υποστήριξε ότι η σύνδεση της πυρηνικής συνεργασίας με τις Συμφωνίες του Αβραάμ αποτελούσε διαχρονική θέση του Τραμπ και όχι νέα απαίτηση. Αντίθετα, το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας διέψευσε δημοσιεύματα περί έλλειψης συντονισμού, διαβεβαιώνοντας ότι όλες οι κινήσεις έγιναν σε συνεργασία με τον Λευκό Οίκο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Η συμφωνία είχε προκαλέσει έντονο προβληματισμό σε ειδικούς για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων, καθώς προέβλεπε τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου υπό προϋποθέσεις και δεν απαιτούσε από τη Σαουδική Αραβία την πλήρη εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της υπογράμμιζαν τα στρατηγικά και οικονομικά οφέλη για τις ΗΠΑ, εκτιμώντας ότι θα περιόριζε την επιρροή της Κίνας και της Ρωσίας στον πυρηνικό τομέα της Σαουδικής Αραβίας.
Παράλληλα, στο παρασκήνιο διατυπώθηκαν εκτιμήσεις ότι το Ισραήλ επιδίωξε να επηρεάσει την τελική μορφή της συμφωνίας. Πηγές ανέφεραν πως ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επιθυμούσε να συνδεθεί η πυρηνική συνεργασία με την εξομάλυνση των σχέσεων Ριάντ – Τελ Αβίβ, αν και ο Λευκός Οίκος διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε σχετική επικοινωνία μεταξύ Τραμπ και Νετανιάχου πριν από την ανακοίνωση των νέων όρων.
Καθοριστικό ρόλο φαίνεται πως διαδραμάτισαν και οι αντιδράσεις συντηρητικών αμερικανικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία επέκριναν τη συμφωνία επειδή προσέφερε σημαντικά ανταλλάγματα στη Σαουδική Αραβία χωρίς να εξασφαλίζει την ένταξή της στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Η απαίτηση αυτή είχε αποτελέσει βασικό στοιχείο των διαπραγματεύσεων και επί προεδρίας Μπάιντεν, όμως οι εξελίξεις μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και ο πόλεμος στη Γάζα ανέστειλαν κάθε πρόοδο προς την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ.
Παρά τις διαβεβαιώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης ότι η προϋπόθεση ήταν γνωστή στη σαουδαραβική ηγεσία, η αιφνιδιαστική αλλαγή των όρων δημιουργεί νέα αβεβαιότητα για το μέλλον της συμφωνίας και των ευρύτερων ισορροπιών στη Μέση Ανατολή.