Υπάρχουν φορές, που ένα δημοσίευμα στον Τύπο μιας άλλης χώρας αξίζει προσοχής, όχι τόσο για τις πληροφορίες που περιέχει, όσο επειδή αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η χώρα αυτή διαβάζει τις δικές μας αδυναμίες. Στην περίπτωση της Τουρκίας, η συζήτηση, που αναπτύσσεται γύρω από τη στρατηγική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ, είναι χαρακτηριστική.
Δημοσίευμα, που αποδόθηκε στη στην τουρκική εφημερίδα Μιλλιέτ, στις αρχές του 2026, παρουσίαζε με ασυνήθιστη ωμότητα την ιδέα, ότι η Τουρκία μπορεί να επενδύσει στις αντιδράσεις, που υπάρχουν στο εσωτερικό της Ελλάδας απέναντι στη συνεργασία με το Ισραήλ, ώστε να δημιουργηθούν ρήγματα σε μια σχέση, που η Άγκυρα αντιμετωπίζει πλέον με εμφανή ανησυχία. Η λογική είναι απλή: Εάν δεν μπορείς να ανατρέψεις από έξω έναν στρατηγικό άξονα, αναζητείς τις δυνάμεις, που μπορούν -έστω χωρίς να το επιδιώκουν- να τον αποδυναμώσουν από μέσα.
Και εδώ αρχίζει ένα ζήτημα πολύ σοβαρότερο από μια συνηθισμένη πολιτική αντιπαράθεση.
Η κριτική στην κυβέρνηση Νετανιάχου, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα ή σε οποιαδήποτε πολιτική του Ισραήλ είναι απολύτως θεμιτή. Όπως θεμιτή είναι η αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους και αυτονόητο το δικαίωμα μιας ειρηνικής διαδήλωσης. Όμως, η δημοκρατική διαμαρτυρία τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η συλλογική ενοχοποίηση ανθρώπων εξαιτίας της εθνικότητάς τους!
Όταν Ισραηλινοί τουρίστες αντιμετωπίζονται, όχι ως άνθρωποι, που επισκέπτονται τη χώρα μας, αλλά ως συλλογικά υπόλογοι για τις αποφάσεις της κυβέρνησής τους, δεν έχουμε, πλέον, μια πολιτική διαμαρτυρία... Όταν επιχειρείται να εμποδιστεί η αποβίβασή τους από ένα πλοίο, όταν χαρακτηρίζονται ανεπιθύμητοι επειδή είναι Ισραηλινοί ή όταν οργανώνονται ακόμη και αυτοαποκαλούμενες «αντισιωνιστικές περιπολίες», τότε εμφανίζεται μια επικίνδυνη λογική συλλογικής ευθύνης.
Και αυτή η λογική έχει πολύ σκοτεινό ιστορικό παρελθόν!
Η ιδέα, ότι ένας άνθρωπος πρέπει να λογοδοτεί για τις πράξεις μιας κυβέρνησης επειδή ανήκει σε συγκεκριμένο έθνος, θρησκεία ή κοινότητα αποτελεί βασικό γνώρισμα των ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Η Ευρώπη, στον 20ό αιώνα, βίωσε με τραγικό τρόπο και πλήρωσε με εκατομμύρια νεκρούς, το πού μπορεί να οδηγήσει η μετάβαση από την πολιτική καταγγελία στον στιγματισμό ολόκληρων πληθυσμών. Γι’ αυτό προκαλεί ανατριχίλα η εικόνα μιας «αντισιωνιστικής περιπολίας» στη Θεσσαλονίκη, την πόλη από την οποία σχεδόν ολόκληρη η ιστορική εβραϊκή κοινότητα οδηγήθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης.
Κανένα παλαιστινιακό δράμα και καμία απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης δεν μπορεί να νομιμοποιήσει αυτή τη μετάλλαξη της διαμαρτυρίας σε τραμπουκισμό.
Υπάρχει όμως και η γεωπολιτική πλευρά.
Τουρκικά μέσα παρακολουθούν συστηματικά και προβάλλουν τις αντιδράσεις στην Ελλάδα απέναντι στο Ισραήλ. Διαδηλώσεις, παρεμβάσεις οργανώσεων, αντιδράσεις σε ισραηλινά πλοία και επιθέσεις κατά της αμυντικής συνεργασίας Αθήνας-Ιερουσαλήμ παρουσιάζονται ως ενδείξεις, ότι η ελληνική στρατηγική επιλογή συναντά εσωτερική αντίσταση.
Η Άγκυρα έχει κάθε λόγο να επιθυμεί κάτι τέτοιο.
Η συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στους αναθεωρητικούς τουρκικούς σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο. Η στρατιωτική συνεργασία, οι κοινές ασκήσεις, η συνεργασία πληροφοριών, τα ισραηλινά οπλικά συστήματα και η διασύνδεση των τριών χωρών δημιουργούν μια στρατηγική πραγματικότητα, που η Τουρκία δεν θέλει και την αντιμάχεται λυσσαλέα.
Όσοι λοιπόν επιχειρούν να μετατρέψουν την κριτική προς μια κυβέρνηση, σε εχθρότητα απέναντι στους πολίτες μιας χώρας προσφέρουν, είτε το αντιλαμβάνονται, είτε όχι, πολιτικό υλικό ακριβώς σε εκείνους, που επιθυμούν να διαρρήξουν αυτή τη σχέση. Δεν χρειάζεται να είναι πράκτορες κανενός… Δεν χρειάζεται καν να γνωρίζουν, ότι εξυπηρετούν μια ξένη στρατηγική… Στη γεωπολιτική, άλλωστε, πολλές φορές οι αποτελεσματικότεροι σύμμαχοι είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν ποιον τελικά εξυπηρετούν!
Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος, που δεν πρέπει, ούτε να δραματοποιηθεί, αλλά ούτε και να αποσιωπηθεί. Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν μαζί με ελληνικές οργανώσεις και οργανωμένοι παλαιστινιακοί φορείς, που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα. Αυτό είναι καταγεγραμμένο. Δεν αποτελεί από μόνο του ούτε επιλήψιμη ούτε παράνομη δραστηριότητα.
Εκείνο όμως που οφείλουν να γνωρίζουν οι ελληνικές αρχές είναι, εάν οι κινητοποιήσεις, που ξεπερνούν τα όρια της ειρηνικής διαμαρτυρίας, αποτελούν αποκλειστικά εγχώριες πρωτοβουλίες ή εάν υπάρχει συντονισμός με οργανώσεις και δίκτυα του εξωτερικού. Ποιος οργανώνει; Ποιος ενημερώνει; Πώς συντονίζονται ταυτόχρονες δράσεις; Υπάρχουν διεθνείς οργανωτικές διασυνδέσεις; Και, κυρίως, υπάρχει οποιαδήποτε προσπάθεια ξένων κέντρων να αξιοποιήσουν ένα υπαρκτό κίνημα αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους για διαφορετικούς γεωπολιτικούς σκοπούς;
Τα ερωτήματα είναι θεμιτά. Οι απαντήσεις όμως πρέπει να προκύψουν από στοιχεία και όχι από την καταγωγή των ανθρώπων, που συμμετέχουν στις διαδηλώσεις.
Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί μια δημοκρατική πολιτεία από εκείνους, που υιοθετούν τη λογική της συλλογικής ευθύνης.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να καθορίζει την εξωτερική πολιτική της με βάση τις επιθυμίες οποιασδήποτε ισραηλινής κυβέρνησης. Η στρατηγική σχέση Ελλάδας-Ισραήλ δεν είναι σχέση Μητσοτάκη-Νετανιάχου... Είναι σχέση κρατών, θεμελιωμένη σε συμφέροντα ασφαλείας, άμυνας, ενέργειας, τεχνολογίας και περιφερειακής σταθερότητας.
Μπορεί κανείς να καταγγέλλει τον Νετανιάχου, να διαφωνεί με τον Μητσοτάκη, να διαδηλώνει υπέρ των Παλαιστινίων, να απαιτεί αλλαγή της ελληνικής στάσης στη Γάζα, αλλά δεν μπορεί όμως να απαιτεί από έναν Ισραηλινό τουρίστα να απολογείται επειδή γεννήθηκε Ισραηλινός!
Από τη στιγμή, που το κάνει, δεν υπερασπίζεται πλέον απλώς ένα πολιτικό αίτημα... Υιοθετεί τη λογική, που υποτίθεται ότι καταγγέλλει, δηλαδή τη λογική της συλλογικής ενοχής, του στιγματισμού και του αποκλεισμού.
Και υπάρχει μια τελευταία ειρωνεία... Εκείνοι, που πιστεύουν, ότι με τον τραμπουκισμό κατά Ισραηλινών υπηρετούν έναν «αντιιμπεριαλιστικό» αγώνα μπορεί τελικά να προσφέρουν τις καλύτερες εικόνες και τα χρησιμότερα επιχειρήματα σε μια αναθεωρητική δύναμη της περιοχής, την Τουρκία, που απειλές απροκάλυπτα την πατρίδα μας!
Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να δημιουργήσει ρήγματα στην ελληνική συνοχή. Της αρκεί να παρακολουθεί, να μεγεθύνει και να περιμένει να λειτουργήσουν προς όφελός της αυτά που δημιουργούμε μόνοι μας... Το ερώτημα είναι, εάν εμείς θα της κάνουμε αυτό το δώρο..!
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr