Μια σημαντική μεταβολή στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής σηματοδοτεί η Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, σύμφωνα με ανάλυση του Middle East Eye.
Η συμφωνία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον μιας από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών, υιοθετώντας μια λογική συλλογικής άμυνας αντίστοιχη με εκείνη μεγάλων στρατιωτικών συμμαχιών. Οι τρεις κυβερνήσεις υπογραμμίζουν, πάντως, ότι πρόκειται για αμυντική συμφωνία που δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Middle East Eye, πίσω από τη συμφωνία βρίσκεται η κοινή εκτίμηση του Ριάντ, της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ ότι το σύστημα ασφαλείας που κυριάρχησε επί δεκαετίες στη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία δεν παρέχει πλέον τις ίδιες εγγυήσεις. Οι τρεις χώρες επιδιώκουν έτσι να περιορίσουν την εξάρτησή τους από μία εξωτερική δύναμη και να οικοδομήσουν ένα ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών.
Τι επιδιώκει η Σαουδική Αραβία
Για τη Σαουδική Αραβία, η συμφωνία αποτελεί μέσο ενίσχυσης της αποτρεπτικής της ισχύος σε μια περιοχή όπου διασταυρώνονται διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά συμφέροντα.
Η συνεργασία των τριών χωρών βασίζεται στη συμπληρωματικότητα των δυνατοτήτων τους. Η Τουρκία διαθέτει σημαντικές στρατιωτικές, τεχνολογικές και αμυντικές βιομηχανικές δυνατότητες, ενώ το Πακιστάν προσφέρει στρατιωτικό βάθος, επιχειρησιακή εμπειρία και μακροχρόνιες αμυντικές σχέσεις με το Ριάντ. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει από την πλευρά της τεράστιους οικονομικούς πόρους, πολιτική και θρησκευτική επιρροή και δυνατότητα χρηματοδότησης αμυντικών και άλλων στρατηγικών επενδύσεων.
Η ανάλυση απορρίπτει παράλληλα την εκτίμηση ότι το νέο σχήμα στρέφεται κατ' ανάγκην εναντίον του Ιράν, επισημαίνοντας τη βελτίωση των σχέσεων Ριάντ – Τεχεράνης τα τελευταία χρόνια.
Γιατί συμμετέχει η Τουρκία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή της Τουρκίας, η οποία είναι ήδη μέλος του ΝΑΤΟ και διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς της Συμμαχίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Άγκυρα επιδιώκει τα τελευταία χρόνια μεγαλύτερη αυτονομία στην εξωτερική και αμυντική πολιτική της, αντιμετωπίζοντας ως άμεση ζώνη στρατηγικού ενδιαφέροντος μια τεράστια περιοχή που εκτείνεται από τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο.
Σημαντικός παράγοντας είναι και η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας – Ισραήλ. Η αντιπαράθεση των δύο χωρών δεν περιορίζεται πλέον στο Παλαιστινιακό, αλλά επεκτείνεται στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην τουρκική στρατηγική λαμβάνεται επίσης υπόψη η ενίσχυση της στρατιωτικής και πολιτικής συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Από την οπτική της Άγκυρας, η τριμερής αυτή συνεργασία αποτελεί ένα περιφερειακό δίκτυο σε μια περιοχή όπου τα συμφέροντα των τριών χωρών συγκρούονται σε αρκετά σημεία με τα τουρκικά.
Η συμφωνία με το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ προσφέρει έτσι στην Τουρκία τη δυνατότητα να διευρύνει τις στρατηγικές επιλογές της πέρα από τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ.
Οι υπολογισμοί του Πακιστάν
Για το Πακιστάν, το νέο αμυντικό σχήμα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη μακροχρόνια αντιπαράθεση με την Ινδία.
Το Κασμίρ, οι συνοριακές διαφορές και ο στρατιωτικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο πυρηνικών δυνάμεων εξακολουθούν να αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη στρατηγική του Ισλαμαμπάντ. Η συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία αντιμετωπίζεται επομένως ως μέσο δημιουργίας ενός ευρύτερου δικτύου στρατηγικών συνεργασιών απέναντι σε ένα περιβάλλον πολλαπλών απειλών.
«Πολιτικός σεισμός» στην περιοχή
Σύμφωνα με το Middle East Eye, η Συμφωνία της Μέκκας έχει ήδη προκαλέσει «πολιτικό σεισμό», καθώς θεωρείται πιθανή αφετηρία ενός ευρύτερου μετασχηματισμού των περιφερειακών συμμαχιών.
Ιδιαίτερο συμβολισμό έχει και η επιλογή της Μέκκας για την υπογραφή της, ενώ διατυπώνονται εκτιμήσεις ότι στο μέλλον το σχήμα θα μπορούσε να διευρυνθεί με τη συμμετοχή και άλλων αραβικών ή μουσουλμανικών χωρών.
Εφόσον το εγχείρημα αποκτήσει διάρκεια και διευρυνθεί, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς μια νέα περιφερειακή δομή ασφαλείας, στην οποία οι ισορροπίες δεν θα καθορίζονται αποκλειστικά από τις μεγάλες εξωτερικές δυνάμεις.