Σε μια θεαματική αύξηση των αμυντικών της δαπανών κατά 18% για το 2027 προχωρά η Ταϊβάν, ξεπερνώντας το 3% του ΑΕΠ της, την ώρα που η στρατιωτική και πολιτική πίεση από την Κίνα εντείνεται.
Η κίνηση αυτή καταγράφεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν εμπλεκόμενες στον εξάμηνο πόλεμο με το Ιράν, έχοντας μεταφέρει και το τελευταίο τους αεροπλανοφόρο από τον Δυτικό Ειρηνικό στη Μέση Ανατολή και αφήνοντας προσωρινά την περιοχή χωρίς αμερικανική ναυτική παρουσία.
Η απόφαση της Ταϊβάν αποτυπώνει μια ευρύτερη δομική αλλαγή στη συμπεριφορά των συμμάχων της Ουάσιγκτον παγκοσμίως.
Αν και οι ΗΠΑ ζητούσαν επί δεκαετίες μεγαλύτερη κατανομή βαρών, οι εταίροι τους επενδύουν πλέον στη δική τους άμυνα για έναν επιπλέον λόγο: την ανησυχία για το πόσο απρόβλεπτες και μεταβλητές μπορούν να γίνουν οι στρατηγικές προτεραιότητες της Αμερικής.
Αυτό που η Ουάσιγκτον θεωρεί καθυστερημένη ανάληψη ευθυνών, οι σύμμαχοί της το αντιλαμβάνονται ως αναγκαία προληπτική αντιστάθμιση κινδύνου απέναντι στην αβεβαιότητα των αμερικανικών δεσμεύσεων.
Στη Μέση Ανατολή, τα κράτη του Πέρσικου Κόλπου, ενώ εξακολουθούν να βασίζονται στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ, αισθάνονται εκτεθειμένα σε αποφάσεις της Ουάσιγκτον στις οποίες δεν έχουν λόγο.
Η επίθεση στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας το 2019, η απόσυρση από το Αφγανιστάν και η τρέχουσα σύγκρουση με το Ιράν ενέτειναν τις αμφιβολίες για τη σταθερότητα της αμερικανικής πολιτικής, οδηγώντας τα να διευρύνουν τις σχέσεις τους με την Κίνα και τη Ρωσία.
Στην Ευρώπη, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι χώρες αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες και την παραγωγή όπλων. Οι επενδύσεις αυτές λειτουργούν ως στρατηγική ασφάλεια απέναντι στο ενδεχόμενο η αμερικανική υποστήριξη να γίνει πιο περιορισμένη ή υπό όρους, ειδικά εν μέσω των αμφισβητήσεων του Ντόναλντ Τραμπ προς το ΝΑΤΟ.
Παράλληλα στην Ασία, χώρες όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Νότια Κορέα ενισχύουν την αυτόνομη ανθεκτικότητά τους, ενώ οι Φιλιππίνες εμβαθύνουν τη συνεργασία τους με την Ουάσιγκτον όσο αυξάνεται η εμπιστοσύνη τους στην αμερικανική αποτρεπτική ισχύ απέναντι στην Κίνα.
Το κεντρικό ζήτημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι απλώς ότι οι σύμμαχοί της αποκτούν ισχυρότερες στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά το γεγονός ότι το πράττουν επειδή κλονίζεται η εμπιστοσύνη τους στην προβλεψιμότητα της αμερικανικής ηγεσίας. Η συναλλακτική προσέγγιση του Προέδρου Τραμπ, οι μεταβαλλόμενοι στόχοι στις κρίσεις και τα αντιφατικά μηνύματα επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία.
Οι ΗΠΑ πέτυχαν τελικά τον μακροπρόθεσμο στόχο τους να δουν τους συμμάχους τους να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο βάρος για την ασφάλειά τους, όμως αυτό συνοδεύεται από μια ανεπιθύμητη παρενέργεια: οι σύμμαχοι ισχυροποιούνται όχι μόνο για να πολεμήσουν στο πλευρό των ΗΠΑ, αλλά και για να είναι έτοιμοι να δράσουν χωρίς αυτές.