Οι διαρκείς τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο, οι απειλές κατά της Ελλάδας και της Κύπρου και η επικίνδυνη αντιπαράθεση με το Ισραήλ στη Συρία εξετάζονται συνήθως ως επιμέρους εκφάνσεις του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Υπάρχει, όμως, και μια εσωτερική πολιτική διάσταση, που δεν πρέπει να αγνοείται και είναι η προσπάθεια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να εξασφαλίσει ακόμη μία προεδρική θητεία και να παραμείνει στην εξουσία μετά το 2028.
Το Σύνταγμα, που προέκυψε από την αναθεώρηση του 2017, την οποία επέβαλε ο ίδιος ο Ερντογάν μέσω δημοψηφίσματος, είναι σαφές... Το άρθρο 101 ορίζει, ότι η προεδρική θητεία διαρκεί πέντε χρόνια και ότι το ίδιο πρόσωπο μπορεί να εκλεγεί πρόεδρος το πολύ δύο φορές.
Η θητεία του Τούρκου προέδρου, που άρχισε το 2018, θεωρήθηκε η πρώτη υπό το νέο προεδρικό σύστημα και εκείνη, που ξεκίνησε μετά τις εκλογές του 2023, η δεύτερη και -κανονικά- τελευταία. Επομένως, με τα σημερινά δεδομένα, ο Ερντογάν δεν μπορεί να είναι ξανά υποψήφιος στις εκλογές του 2028.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη εξαίρεση. Το άρθρο 116 προβλέπει ότι, εάν η Τουρκική Εθνοσυνέλευση αποφασίσει την πρόωρη ανανέωση των εκλογών κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του προέδρου, εκείνος μπορεί να είναι υποψήφιος ακόμη μία φορά. Η απόφαση απαιτεί πλειοψηφία τριών πέμπτων, δηλαδή, τουλάχιστον 360 από τους 600 βουλευτές.
Η λεπτομέρεια έχει καθοριστική σημασία... Εάν ο ίδιος ο Ερντογάν αποφασίσει να προκηρύξει πρόωρες προεδρικές και βουλευτικές εκλογές, δεν αποκτά δικαίωμα νέας υποψηφιότητας. Για να ενεργοποιηθεί η συνταγματική εξαίρεση, η απόφαση πρέπει να ληφθεί από την Εθνοσυνέλευση. Αυτό σημαίνει, ότι το πολιτικό μέλλον του ισχυρότερου Τούρκου ηγέτη μετά τον Κεμάλ Ατατούρκ εξαρτάται από έναν συγκεκριμένο αριθμό, αυτόν των 360 ψήφων.
Το κυβερνών κόμμα AKP και το εθνικιστικό MHP του Ντεβλέτ Μπαχτσελί δεν διαθέτουν μόνα τους αυτή την πλειοψηφία. Σύμφωνα με την κοινοβουλευτική αριθμητική ο κυβερνητικός συνασπισμός διαθέτει περίπου 319 έδρες, ενώ το φιλοκουρδικό Κόμμα Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών, το DEM, 56. Χωρίς τη στήριξη τουλάχιστον ενός σημαντικού τμήματος των Κούρδων βουλευτών, ούτε η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, ούτε μια συνταγματική αναθεώρηση, που θα άνοιγε τον δρόμο για νέα υποψηφιότητα μπορούν εύκολα να προχωρήσουν.
Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά διαφορετική σημασία η θεαματική μεταστροφή του Μπαχτσελί απέναντι στον Αμπντουλάχ Οτσαλάν και η νέα διαδικασία για τον αφοπλισμό και τη διάλυση του PKK. Ο ηγέτης του MHP, ο οποίος επί δεκαετίες οικοδόμησε την πολιτική του παρουσία πάνω στον ακραίο τουρκικό εθνικισμό, έφτασε να προτείνει να απευθυνθεί ο φυλακισμένος Οτσαλάν στην Εθνοσυνέλευση, εφόσον κηρύξει το τέλος της ένοπλης δράσης του PKK.
Τον Αύγουστο του 2026, η τουρκική Βουλή ενέκρινε με 468 ψήφους το νομοθετικό πλαίσιο για τη διάλυση της οργάνωσης και την επανένταξη μελών της. Η σύμπραξη AKP, MHP και DEM απέδειξε ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η υπέρβαση του ορίου των 360 ψήφων είναι εφικτή.
Δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει ήδη συμφωνία για νέα υποψηφιότητα Ερντογάν. Επιβεβαιώνει, όμως, ότι έχει αρχίσει να σχηματίζεται η μόνη κοινοβουλευτική συμμαχία, που μπορεί να την καταστήσει δυνατή.
Το πρόβλημα για τον Ερντογάν είναι ότι οι Κούρδοι δεν θα προσφέρουν μια τέτοια στήριξη χωρίς ανταλλάγματα. Ζητούν αλλαγές στην αντιτρομοκρατική νομοθεσία, διεύρυνση των πολιτικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων τους, απελευθέρωση κρατουμένων και διαφορετική αντιμετώπιση του Οτσαλάν. Κάθε ουσιαστική παραχώρηση, όμως, κινδυνεύει να προκαλέσει αντίδραση στο εθνικιστικό ακροατήριο του AKP και κυρίως του MHP. Ο Ερντογάν χρειάζεται ταυτόχρονα τις κουρδικές ψήφους στην Εθνοσυνέλευση και τους εθνικιστές ψηφοφόρους στην κάλπη.
Εδώ ακριβώς μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική χρησιμότητα μια εξωτερική κρίση. Ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο ή μια κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με το Ισραήλ στη Συρία δεν παρέχει αυτομάτως στον Ερντογάν συνταγματικό δικαίωμα να διεκδικήσει νέα θητεία. Μπορεί, όμως, να δημιουργήσει το κλίμα εθνικής συσπείρωσης, που χρειάζεται για να περιορίσει τις απώλειες προς τα εθνικιστικά κόμματα, να πιέσει την αντιπολίτευση και να εμφανιστεί ξανά ως ο αναντικατάστατος ηγέτης μιας χώρας που βρίσκεται υπό εξωτερική απειλή.
Ο Ερντογάν έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα τις εξωτερικές κρίσεις για εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Η κατασκευή εχθρών, η επίκληση της… «περικύκλωσης» της Τουρκίας και η προβολή της στρατιωτικής ισχύος αποτελούν σταθερά εργαλεία του καθεστώτος του. Η διαφορά σήμερα είναι ότι ο χρόνος πιέζει, η οικονομική φθορά παραμένει, οι δημοσκοπήσεις δεν εγγυώνται άνετη επικράτηση και η συνταγματική προθεσμία του 2028 πλησιάζει.
Υπάρχει και το άρθρο 78 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι, εάν η διεξαγωγή εκλογών καταστεί αδύνατη λόγω πολέμου, η Εθνοσυνέλευση μπορεί να τις αναβάλει για έναν χρόνο και να επαναλάβει την αναβολή εάν συνεχίζονται οι ίδιες συνθήκες. Η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει νέα υποψηφιότητα. Θα μπορούσε, όμως, σε συνθήκες πραγματικού πολέμου, να χρησιμοποιηθεί για την παράταση της υφιστάμενης εξουσίας μέσω αναβολής των εκλογών.
Μπορεί, λοιπόν, να μην υπάρχουν απτές αποδείξεις, ότι ο Ερντογάν σχεδιάζει να προκαλέσει ένα θερμό επεισόδιο για να παραμείνει στην εξουσία, υπάρχουν, όμως, οι πιεστικές συνταγματικές του ανάγκες, η αμείλικτη κοινοβουλευτική αριθμητική, η αναγκαία συναλλαγή με τους Κούρδους και μια μακρά ιστορία εργαλειοποίησης των εξωτερικών κρίσεων.
Το σχέδιο έχει δύο προϋποθέσεις: 360 ψήφους για να ανοίξει ο δρόμος προς τις κάλπες και ένα κύμα εθνικής συσπείρωσης για να τις κερδίσει. Το κουρδικό άνοιγμα μπορεί να του προσφέρει τις πρώτες. Μια κρίση στο Αιγαίο ή τη Συρία θα μπορούσε να του προσφέρει το δεύτερο.
Και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ οφείλουν να διαβάζουν κάθε τουρκική πρόκληση όχι μόνο στον γεωπολιτικό χάρτη, αλλά και στο ημερολόγιο πολιτικής επιβίωσης του Ερντογάν..!
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr