Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μην αφορούν την εναλλαγή στον Λευκό Οίκο, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το αξίωμά του για τα επόμενα δύο χρόνια, καθορίζουν όμως καθοριστικά τα περιθώρια άσκησης της εξουσίας του.
Μια ενδεχόμενη απώλεια της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή τη Γερουσία θα δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον για την κυβέρνηση, εμποδίζοντας την προώθηση των νομοθετικών της προτεραιοτήτων.
Η αναμέτρηση αφορά το σύνολο των 435 εδρών της Βουλής, οι οποίες ανανεώνονται ανά διετία, καθώς και 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας, της οποίας τα μέλη υπηρετούν εξαετείς θητείες με σταδιακή ανανέωση.
Το αμερικανικό πλειοψηφικό σύστημα μονοεδρικών περιφερειών συνεπάγεται ότι τα συνολικά εθνικά ποσοστά των κομμάτων δεν οδηγούν απαραίτητα σε αντίστοιχη κατανομή εδρών.
Για τον λόγο αυτό, η προσοχή επικεντρώνεται σε 53 αμφίρροπες εκλογικές περιφέρειες της Βουλής —όπως στη Φλόριντα, την Πενσιλβάνια και το Τέξας—, καθώς οι υπόλοιπες θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό παραδοσιακά προκαθορισμένες.
Αντίστοιχα στη Γερουσία, όπου οι 65 έδρες είναι ήδη κατανεμημένες (34 στους Δημοκρατικούς και 31 στους Ρεπουμπλικανούς) και πολλές από τις υπόλοιπες θεωρούνται ασφαλείς για τα δύο κόμματα, το αποτέλεσμα θα κριθεί σε λίγες πολιτείες-κλειδιά, όπου ξεχωρίζουν υποψηφιότητες με έντονο ενδιαφέρον, όπως στο Μίσιγκαν και το Τέξας.
Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των οριακών αναμετρήσεων κατά τη νύχτα της ψηφοφορίας θα φανερώσει αν ο Αμερικανός πρόεδρος θα συνεχίσει να στηρίζεται σε μια φιλική κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή αν θα κληθεί να διανύσει το υπόλοιπο της θητείας του αντιμετωπίζοντας τον νομοθετικό έλεγχο των Δημοκρατικών.