Ένα πρωτοφανές ρήγμα εξελίσσεται ανάμεσα στο Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία, θέτοντας υπό αυστηρό επανέλεγχο τη δραστηριότητα των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών (MİT), της υπηρεσίας αναπτυξιακής βοήθειας TIKA, καθώς και σειράς ισλαμικών και ανθρωπιστικών ιδρυμάτων της Άγκυρας που δραστηριοποιούνται στο Μπακού.
Η αντιπαράθεση, που ξεκίνησε από την απόφαση των αζερικών αρχών να απαγορεύσουν την ισλαμική μαντίλα στα σχολεία προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις Τούρκων συντηρητικών πολιτικών, έχει πλέον λάβει διαστάσεις βαθύτερης γεωπολιτικής σύγκρουσης, με το περιβάλλον του προέδρου Ιλχάμ Αλίγιεφ να κατηγορεί ευθέως τουρκικούς φορείς για πολιτικές παρεμβάσεις και συλλογή πληροφοριών.
Στο επίκεντρο των αζερικών αιτιάσεων βρίσκεται ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, λόγω της προηγούμενης θητείας του τόσο στην ηγεσία της MIT όσο και στη διοίκηση της TIKA.
Δημοσιεύματα σε μέσα ενημέρωσης του Μπακού που πρόσκεινται στην κυβέρνηση Αλίγιεφ, σύμφωνα με το Nordic Monitor, κατηγόρησαν ανοιχτά την Άγκυρα ότι χρησιμοποιεί ανθρωπιστικές και εκπαιδευτικές οργανώσεις —όπως τα ιδρύματα GYF, IHH και Aziz Mahmud Hudayi— ως προκάλυμμα για τη στρατολόγηση πληροφοριοδοτών και την άσκηση επιρροής.
Η ένταση αποτυπώθηκε και σε συμβολικό επίπεδο, με την ηχηρή απουσία του Αλίγιεφ από τη σύνοδο του Οργανισμού Τουρκικών Κρατών στην Άγκυρα, αλλά και με την προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφιών που εκλήφθηκαν από την τουρκική πλευρά ως προσβλητικές για τον Φιντάν.
Παρά τις σθεναρές διαψεύσεις της τουρκικής πρεσβείας στο Μπακού και την απόσυρση ορισμένων εμπρηστικών δημοσιευμάτων, το κλίμα παραμένει ιδιαίτερα φορτισμένο.
Το Αζερμπαϊτζάν έχει ήδη επιβάλει απαγόρευση εισόδου σε 31 Τούρκους πολίτες που επέκριναν τις θρησκευτικές πολιτικές της χώρας, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί μέσω της διπλωματικής οδού να χαμηλώσει τους τόνους.
Ωστόσο, η πιθανότητα επιβολής διοικητικών και οικονομικών περιορισμών στη δραστηριότητα των τουρκικών οργανώσεων παραμένει ανοιχτή, παρά το γεγονός ότι τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα και οι εκατέρωθεν επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων δυσκολεύουν μια ολοκληρωτική ρήξη ανάμεσα στις δύο χώρες.