Έντονες πολιτικές αντιδράσεις προκάλεσε η σημερινή αποφυλάκιση του πρώην ηγετικού στελέχους της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, Ηλία Κασιδιάρη, από τις φυλακές Δομοκού, αλλά και η πρόθεσή του να επιστρέψει στην πολιτική δράση και να επιχειρήσει εκ νέου συμμετοχή στις εκλογές. Η συζήτηση μεταφέρθηκε και στη Βουλή, με κυβέρνηση και αντιπολίτευση να τοποθετούνται τόσο για την αποφυλάκιση όσο και για τα περιθώρια που αφήνει η ισχύουσα εκλογική νομοθεσία.
Από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Δημήτρης Καιρίδης τόνισε ότι η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης είναι «ομόφωνη, απόλυτη και ενιαία», προειδοποιώντας παράλληλα ότι η υπόθεση Κασιδιάρη δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για «πολιτική σπέκουλα». Όπως υποστήριξε, υπάρχει κίνδυνος η υπερβολική πολιτική προβολή του να τον εμφανίσει ως κεντρικό αντίπαλο του δημοκρατικού πολιτεύματος και να λειτουργήσει τελικά προς όφελός του. «Η κύρια μάχη δεν είναι νομική αλλά είναι πολιτική», ανέφερε, σημειώνοντας ότι πρέπει να δοθεί απέναντι στον φασισμό με πολιτικούς όρους.
Σκληρή ήταν η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ. Ο εκπρόσωπος Τύπου Κώστας Τσουκαλάς υποστήριξε ότι οι σχετικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου έχουν ήδη ξεκαθαρίσει πως πρόσωπο καταδικασμένο για τέτοια αδικήματα δεν μπορεί να αποτελεί ούτε την τυπική ούτε την πραγματική ηγεσία κόμματος. «Η δημοκρατία γνωρίζει να αυτοπροστατεύεται», σημείωσε, τονίζοντας ότι στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής δεν πρόκειται απλώς για πολιτικές πεποιθήσεις, αλλά για «ιδέες που γίνονται βία».
Ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίστηκε από το βήμα της Βουλής ο Παναγιώτης Δουδωνής, δηλώνοντας ότι ο Κασιδιάρης δεν μπορεί να είναι «ούτε αρχηγός, ούτε υπαρχηγός, ούτε υποψήφιος βουλευτής κόμματος». Υπενθύμισε μάλιστα ότι σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 13 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, σημειώνοντας ότι «η Δημοκρατία δεν εκδικείται αλλά δεν είναι και ανόητη».
Ιδιαίτερα οξεία ήταν η ανακοίνωση του ΚΚΕ, το οποίο χαρακτήρισε την αποφυλάκιση του Κασιδιάρη «πρόκληση απέναντι στα θύματα της Χρυσής Αυγής και τις οικογένειές τους». Το κόμμα επέρριψε ευθύνες τόσο στη σημερινή κυβέρνηση όσο και στην προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για τις μεγάλες καθυστερήσεις στη δίκη της Χρυσής Αυγής, η οποία, όπως σημειώνει, ολοκληρώθηκε έπειτα από 11 χρόνια χωρίς ακόμη να υπάρχει αμετάκλητη απόφαση.
Το ΚΚΕ επέκρινε παράλληλα το νομοθετικό πλαίσιο που θεσπίστηκε επί κυβέρνησης ΝΔ για τον αποκλεισμό κομμάτων από τις εκλογές, υποστηρίζοντας ότι στηρίζεται στη θεωρία των «δύο άκρων». Τόνισε επίσης ότι ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με νόμους και δικαστικές αποφάσεις, αλλά με την οργανωμένη πάλη του εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας, μιλώντας στη Βουλή, υποστήριξε από την πλευρά του ότι ο Κασιδιάρης «φουσκώνεται» από το ίδιο το σύστημα και στη συνέχεια αξιοποιείται πολιτικά, κατηγορώντας την κυβέρνηση για υποκριτική στάση απέναντι στο ζήτημα.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ, η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Ρένα Δούρου δήλωσε ότι «οι νεοναζί δεν είναι αντισυστημικοί» αλλά «σάρκα από τη σάρκα» του συστήματος, χαρακτηρίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ «συνεπή αντιφασιστική δύναμη» και δηλώνοντας ότι «θα τσακίσουμε και πάλι το αβγό του φιδιού». Παράλληλα, ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος συνέδεσε την ενίσχυση ακροδεξιών δυνάμεων με τις πολιτικές φτωχοποίησης, υποστηρίζοντας ότι ο φασισμός δεν μπορεί να αποτελέσει διέξοδο για την κοινωνική οργή.