Σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το ύψος και τη φύση της οικονομικής ζημίας για τα ευρωπαϊκά ταμεία επιφέρει η τεχνική έκθεση της πρώην ελέγκτριας του ΟΠΕΚΕΠΕ, Παρασκευής Τυχεροπούλου, η οποία διαβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η έκθεση συντάχθηκε κατόπιν εισαγγελικής εντολής για τον επανέλεγχο των στοιχείων της Οικονομικής Αστυνομίας, με σκοπό τον ακριβή προσδιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων από τις παρεμβάσεις 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας (11 εν ενεργεία και δύο πρώην μελών της κυβέρνησης) υπέρ 23 αγροτικών παραγωγών.
Σύμφωνα με τα πορίσματα της έκθεσης, τα αρχικά στοιχεία της Οικονομικής Αστυνομίας χαρακτηρίζονται ελλιπή για 11 από τις 23 περιπτώσεις, καθιστώντας αδύνατο τον υπολογισμό τυχόν ζημίας χωρίς επιπλέον δεδομένα. Από τις υπόλοιπες 12 περιπτώσεις, για τις έξι προκύπτει οικονομική ζημία, ενώ για τις άλλες έξι διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε καμία επιβάρυνση των κοινοτικών πόρων.
Με βάση την αναγωγή στα πολιτικά πρόσωπα, για επτά από τους βουλευτές δεν στοιχειοθετούνται επιβαρυντικά στοιχεία, καθώς για τρεις εξ αυτών (Κώστας Αχ. Καραμανλής, Νότης Μηταράκης, Χαράλαμπος Αθανασίου) δεν προκύπτει ζημία, ενώ για άλλους τέσσερις (Φωτεινή Αραμπατζή, Δημήτρης Βαρτζόπουλος, Θεόφιλος Λεονταρίδης, Χρήστος Μπουκώρος) τα υπάρχοντα στοιχεία κρίνονται ανεπαρκή.
Αντίθετα, για έξι βουλευτές τεκμηριώνονται παρεμβάσεις που αφορούν μη σύννομες εισπράξεις επιδοτήσεων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα ποσά κινούνται κάτω από το όριο των 120.000 ευρώ, γεγονός που μετατρέπει τις κατηγορίες από κακουργηματικού σε πλημμεληματικού χαρακτήρα. Η μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση, ύψους 100.382 ευρώ, εντοπίζεται σε δύο υποθέσεις που συνδέονται με τον Γιάννη Κεφαλογιάννη και αφορούν παραγωγούς από την Κρήτη.
Παράλληλα, καταγράφονται μικρότερης κλίμακας ζημίες που σχετίζονται με τις περιπτώσεις των Κώστα Σκρέκα (7.145 ευρώ), Κατερίνας Παπακώστα (7.753 ευρώ), Κώστα Τσιάρα (3.145 ευρώ με ενδεχόμενο επανυπολογισμού για παλαιότερο πρόγραμμα νιτρορύπανσης), Μάξιμου Σενετάκη (2.558 ευρώ) και Σπήλιου Λιβανού (3.280 ευρώ).
Η έκθεση, ωστόσο, αναδεικνύει επιπλέον δομικά προβλήματα στη διαχείριση της υπόθεσης, εστιάζοντας στην αδυναμία της Οικονομικής Αστυνομίας να αξιολογήσει ορθά τα εξειδικευμένα δεδομένα του αγροτικού τομέα, αλλά και σε καθυστερήσεις ή ελλείψεις κατά την αποστολή των στοιχείων από την πλευρά της σημερινής διοίκησης του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Επισημαίνεται, τέλος, ότι η τελική ποινική αποτίμηση της υπόθεσης και η απόφαση για τη μερική αρχειοθέτηση ή τη συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας εναπόκειται πλέον στην αρμόδια Εντεταλμένη Εισαγγελέα.