«Διέσχισα τη διαδρομή από αγία σε πουτάνα και πίσω πάλι σε αγία, όλα μέσα σε μια ζωή» η ατάκα της Ινγκριντ Μπέργκμαν συνοψίζει τη ζωή της. Η Σουηδή ηθοποιός με τα τρία Όσκαρ έφυγε από τη ζωή από καρκίνο, ανήμερα των 67ων γενεθλίων της, στις 29 Αυγούστου 1982, στο Λονδίνο. Επαιξε σε πέντε γλώσσες, πρωταγωνίστησε σε ταινίες έξι δεκαετιών και έξι χωρών, σφυρηλάτησε μία σοβαρή καριέρα στο θέατρο, κατέκτησε την τηλεόραση, παντρεύτηκε τρεις φορές, επιβίωσε από ένα σκάνδαλο και απέκτησε τέσσερα παιδιά.
Γεννήθηκε στη Στοκχόλμη, από Σουηδό πατέρα και Γερμανίδα μητέρα. Από νεαρή ηλικία σπούδασε στη Βασιλική Δραματική Σχολή της Στοκχόλμης και ως φοιτήτρια ακόμη, εμφανίσθηκε στο θέατρο κατακτώντας αμέσως τη συμπάθεια του κοινού. Λαμβάνοντας το 1938 το δίπλωμά της, άρχισε να εμφανίζεται στον κινηματογράφο όπου και διέπρεψε.
Η ταινία που έμελλε να αναδείξει την Μπέργκμαν σε πραγματική σταρ ήταν το «Καζαμπλάνκα» (1942), όπου η Σουηδή ηθοποιός υποδύθηκε την Ιλσα Λουντ, μια γυναίκα διχασμένη ανάμεσα σε δύο άνδρες –τους οποίους υποδύονταν οι Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Πολ Χένραϊντ– κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μετά την «Καζαμπλάνκα», η Μπέργκμαν ήταν πλέον περιζήτητη. Οι επιτυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη, με πιο αξιοσημείωτες τις εμφανίσεις της στην ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» (1943), βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ερνεστ Χέμινγουεϊ, η οποία της χάρισε υποψηφιότητα για βραβείο Οσκαρ, και στο φιλμ νουάρ «Εφιάλτης» (1944), όπου ερμήνευσε την Πόλα Αλκβιστ, μια γυναίκα της οποίας ο σύζυγος (Σαρλ Μπουαγιέ) προσπαθεί να την οδηγήσει στην τρέλα. Αυτός ήταν ο ρόλος που θα της χάριζε το χρυσό αγαλματίδιο.
Η Μπέργκμαν ήταν εκ νέου υποψήφια για Οσκαρ για την ερμηνεία της ως αδελφή Μπένεντικτ στην ταινία «Οι καμπάνες της Αγίας Μαρίας». Παράλληλα, την ίδια περίοδο πρωταγωνίστησε σε δύο ταινίες του Αλφρεντ Χίτσκοκ˙ στη «Νύχτα αγωνίας», στην οποία υποδύθηκε μια ψυχίατρο που προσπαθούσε να βοηθήσει έναν ασθενή με αμνησία (Γκρέγκορι Πεκ), και στην «Υπόθεση Νοτόριους», με συμπρωταγωνιστή τον Κάρι Γκραντ.
Η τέταρτη υποψηφιότητα για το χρυσό αγαλματίδιο ήρθε δύο χρόνια αργότερα για την ερμηνεία της ως «Ιωάννα της Λωρραίνης» στην ομότιτλη ταινία του Βίκτορ Φλέμινγκ.
Το 1949 μετέβη στην Ιταλία για τα γυρίσματα της ταινίας «Στρόμπολι», του Ρομπέρτο Ροσελίνι. Η ερωτική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ της ηθοποιού και του σκηνοθέτη θεωρήθηκε σκάνδαλο, αφού το ζευγάρι απέκτησε γιο πριν η ίδια πάρει διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, Πέτερ Λίντστρομ, με τον οποίο ήταν παντρεμένη από το 1937.
Μάλιστα, Αμερικανός γερουσιαστής αποκάλεσε τη μέχρι τότε αγαπημένη πρωταγωνίστρια «φρικτό παράδειγμα γυναικείας φύσης». Η πόρτα του Χόλιγουντ είχε κλείσει προς το παρόν. Η Μπέργκμαν στράφηκε στον ιταλικό και γαλλικό κινηματογράφο, ενώ παράλληλα απέκτησε ακόμα δύο κόρες με τον Ιταλό σκηνοθέτη, μία από τις οποίες είναι η γνωστή ηθοποιός Ιζαμπέλα Ροσελίνι.
Η επιστροφή στο Χόλιγουντ ήρθε με θριαμβευτικό τρόπο το 1956 με την ταινία «Αναστασία». Για την ερμηνεία της σε αυτήν κέρδισε το δεύτερό της βραβείο Οσκαρ. Το τρίτο χρυσό αγαλματίδιο ήρθε περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 1974, για την ερμηνεία της στο «Eγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Τέσσερα χρόνια αργότερα θα ερχόταν και η έβδομη, και τελευταία υποψηφιότητά της για Οσκαρ, για τη σουηδική ταινία «Φθινοπωρινή σονάτα» – για πολλούς μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της.
Ο τελευταίος της ρόλος, αυτός της Ισραηλινής πρωθυπουργού Γκόλντα Μέιρ, ήρθε το 1981 και ήταν τηλεοπτικός. Εχοντας ξεχωρίσει ακόμα μία φορά για την υποκριτική της, η Μπέργκμαν ήταν υποψήφια για βραβείο Emmy Καλύτερης Ηθοποιού. Δυστυχώς, όμως, το βραβείο, που τελικά κέρδισε, δεν θα προλάβαινε να το παραλάβει η ίδια.
Είχε κερδίσει επίσης βραβείο Τόνυ για Καλύτερη Ερμηνεία Πρωταγωνιστικού Γυναικείου Ρόλου σε Θεατρικό Έργο, στην πρώτη απονομή των Τόνυ το 1947. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει κατατάξει τέταρτη στη λίστα με τις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών. Οι μητρικές γλώσσες της ήταν τα σουηδικά και τα γερμανικά, ενώ γνώριζε επίσης τα αγγλικά και τα ιταλικά (τα έμαθε όταν κατοικούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιταλία) και τα γαλλικά (τα είχε διδαχθεί στο σχολείο).[12]
Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν είχε αρχικά παντρευτεί τον Σουηδό γιατρό Πέτερ Λίνστοβ και σε δεύτερο γάμο τον Ιταλό σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροσσελίνι. Απεβίωσε στο Λονδίνο το 1982 από καρκίνο του μαστού (και μάλιστα την ημέρα των 67ων γενεθλίων της) από τον οποίο υπέφερε ήδη από το 1974, αν και μέχρι την τελευταία στιγμή παρέμεινε ενεργή στο προσκήνιο.