Σε νέες διαπραγματεύσεις για τον περιορισμό των αμερικανικών δασμών στον καναδικό χάλυβα και στα αυτοκίνητα βρίσκονται οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας που θα μπορούσε να αποκλιμακώσει την εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών.
Ένα νέο, ευέλικτο και αποφασιστικό «οπλοστάσιο» απέναντι στους εκβιασμούς και τις αθέμιτες πρακτικές τρίτων χωρών ζητούν για την Ευρωπαϊκή Ένωση ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Φρίντριχ Μερτς.
Η αυστηρή αυτή προειδοποίηση διατυπώνεται στον απόηχο της αυξανόμενης έντασης και μόλις λίγες ημέρες πριν από τη διεξαγωγή των κρίσιμων συνομιλιών υψηλού επιπέδου που θα πραγματοποιηθούν την επόμενη εβδομάδα στην κινεζική πρωτεύουσα.
Όπως επισημαίνει το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας, το νέο αυτό δίμηνο παράθυρο διαλόγου δημιουργεί ένα πιο προβλέψιμο κλίμα, ικανό να κρατήσει ζωντανό το κανάλι των διαπραγματεύσεων.
Η Κίνα ανακοίνωσε το Σάββατο (26/9) ότι κατέληξε σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για αμοιβαία μείωση δασμών ύψους 30 δισ. δολαρίων και την έναρξη διαλόγου για την Τεχνητή Νοημοσύνη, στο πλαίσιο συμφωνίας οκτώ σημείων που επιτεύχθηκε κατά την επίσκεψη του προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον.
Παρά την εντυπωσιακή υποδοχή του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον και τις εκατέρωθεν δηλώσεις για την ανάγκη συνεργασίας, η συνάντηση του Κινέζου προέδρου με τον Τραμπ δεν οδήγησε σε συνολική διευθέτηση των διαφορών.
Ο Σι υποστήριξε ότι οι δύο χώρες μπορούν να ξεπεράσουν τη λεγόμενη «παγίδα του Θουκυδίδη», παρά τον εντεινόμενο ανταγωνισμό τους στο εμπόριο, στην τεχνολογία και στην ασφάλεια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πιέζει τη Βρετανία να ευθυγραμμιστεί με την ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική απέναντι στην Κίνα, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά κινδυνεύει να αντιμετωπίσει περιορισμούς στην πρόσβαση βασικών βιομηχανικών προϊόντων της στην ευρωπαϊκή αγορά.
Πίσω από τις στρατιωτικές τιμές και το διπλωματικό τελετουργικό, οι βαθιές διαφορές μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας περιορίζουν τις προσδοκίες για ουσιαστικές συμφωνίες.
Τριήμερη επίσημη επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στην Ουάσιγκτον – Στο επίκεντρο των συνομιλιών το εμπόριο, η τεχνολογία, η Ταϊβάν και οι διεθνείς εξελίξεις.
Αγνοώντας τις απειλές της Ουάσινγκτον, ο Καναδός ηγέτης συμπύκνωσε το όραμά του σε ένα κάλεσμα για τη δημιουργία μιας «διατλαντικής συμμαχίας του μέλλοντος»
Σε μια προσπάθεια να αποτρέψουν το ξέσπασμα ενός γενικευμένου εμπορικού πολέμου και να αναχαιτίσουν την αποβιομηχάνιση της Γηραιάς Ηπείρου, οι Βρυξέλλες ζητούν από το Πεκίνο να επιβάλει εθελοντικούς περιορισμούς στις εξαγωγές υβριδικών αυτοκινήτων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε την Τετάρτη να διακόψει τις εμπορικές συναλλαγές των ΗΠΑ με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιδρώντας στην πρόταση των Βρυξελλών να αποκτήσει ο Καναδάς καθεστώς συνδεδεμένου μέλους της Ένωσης.
Έκκληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προσέλθει σε έναν «εποικοδομητικό διάλογο» ώστε να αποτραπεί μια επικίνδυνη κλιμάκωση των εμπορικών τριβών απηύθυνε ο Υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Ουάνγκ Γι, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον Γάλλο ομόλογό του, Ζαν-Νοέλ Μπαρό.
Σε αντίμετρα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών προχωρά ο Καναδάς, μετά την έναρξη ισχύος των νέων πρόσθετων αμερικανικών δασμών, καθώς οι εμπορικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Οτάβας κατέρρευσαν την Παρασκευή.
Σε νέα φάση έντασης εισέρχονται οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Καναδά, μετά την αποτυχία των δύο πλευρών να καταλήξουν σε εμπορική συμφωνία και την απόφαση της Ουάσιγκτον να επιβάλει δασμούς 50% σε συγκεκριμένες καναδικές εισαγωγές.
Περισσότερες από 100.000 υπογραφές συγκέντρωσε αίτημα που κατατέθηκε στο κοινοβούλιο του Καναδά και ζητεί να κηρυχθεί ανεπιθύμητο πρόσωπο ο πρεσβευτής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Οτάβα, Πιτ Χούκστρα.
Η πρώτη αντίδραση του Πεκίνου απέναντι στους νέους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ασυνήθιστα ήρεμη. Το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών περιορίστηκε στην έκφραση αντίθεσης σε «κάθε μορφή μονομερών δασμών», χωρίς να ανακοινώσει αντίμετρα ή προσφυγή σε νέο γύρο αντιποίνων.
Νέα επίθεση κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαπέλυσε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, κατηγορώντας τις Βρυξέλλες ότι στοχοποιούν αμερικανικές εταιρείες μέσω υπέρογκων προστίμων και προειδοποιώντας με αντίμετρα.