Η κατάρρευση της κουρδικής αυτοδιοίκησης στη βορειοανατολική Συρία δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο του συριακού εμφυλίου. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο νεοοθωμανικό σχέδιο της Τουρκίας, το οποίο τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να επαναχαράξει ζώνες επιρροής πέρα από τα σύνορά της.
Η ταχεία αποδόμηση των κουρδικής ηγεσίας Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), αφαιρεί τον βασικό παράγοντα έντασης στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Τουρκία, εκτιμούν αναλυτές.
Με την πολιτική κάλυψη της κυβέρνησης Τραμπ και τη στρατιωτική προέλαση των δυνάμεων του προέδρου Άχμεντ αλ-Σαράα, η Ροζάβα μετατρέπεται από σύμβολο κουρδικής αυτοδιάθεσης σε παράπλευρη απώλεια μιας αναδυόμενης περιφερειακής τάξης πραγμάτων.
Για την Άγκυρα, η ύπαρξη μιας αυτόνομης κουρδικής οντότητας στη βορειοανατολική Συρία δεν ήταν ποτέ απλώς ζήτημα ασφάλειας. Ήταν μια ανοιχτή αμφισβήτηση του νεοοθωμανικού οράματος, το οποίο αντιμετωπίζει τη βόρεια Συρία ως φυσικό χώρο τουρκικής επιρροής — πολιτικής, στρατιωτικής και πολιτισμικής. Η Ροζάβα, με τα πολυεθνοτικά και αποκεντρωμένα χαρακτηριστικά της, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το ιεραρχικό, συγκεντρωτικό μοντέλο που προωθεί η Άγκυρα στην ευρύτερη περιοχή.
Η στρατιωτική επιχείρηση που ξεκίνησε από τις κουρδικές συνοικίες του Χαλεπίου και επεκτάθηκε ταχύτατα προς τα ανατολικά δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη μακρόχρονη τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία. Από το Αφρίν έως το Τελ Αμπιάντ, η Τουρκία έχει εγκαθιδρύσει τα τελευταία χρόνια ένα πλέγμα ελέγχου που περιλαμβάνει ένοπλες ομάδες-πληρεξούσιους, διοικητικές δομές, τουρκικό νόμισμα και εκπαιδευτικά προγράμματα — χαρακτηριστικά μιας ήπιας αλλά συστηματικής επέκτασης επιρροής.
Η διάλυση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) αίρει τον βασικό φραγμό σε αυτή τη στρατηγική. Όπως παραδέχονται αναλυτές, η αποδυνάμωση του κουρδικού παράγοντα αποκαθιστά την «κανονικότητα» που επιδιώκει η Άγκυρα: μια Συρία όπου οι τοπικές ισορροπίες διαμορφώνονται χωρίς ανεξάρτητους κουρδικούς πόλους εξουσίας και με την Τουρκία σε ρόλο αναντικατάστατου ρυθμιστή.
Η Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, εμφανίζεται πρόθυμη να αποδεχθεί αυτή τη νέα πραγματικότητα. Μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ και την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, το κουρδικό εγχείρημα έπαψε να εξυπηρετεί έναν σαφή στρατηγικό σκοπό. Οι «ζωτικές ανησυχίες ασφαλείας» της Τουρκίας — ένας όρος που επαναλαμβάνεται συστηματικά από Αμερικανούς αξιωματούχους — μεταφράζονται πλέον σε πλήρη αποδοχή της τουρκικής σφαίρας επιρροής στη βόρεια Συρία.
Η συμφωνία που οδηγεί στην ενσωμάτωση των μαχητών των SDF στον συριακό στρατό, χωρίς συλλογική ή πολιτική εκπροσώπηση, ακυρώνει κάθε προοπτική αποκέντρωσης ή ομοσπονδιακής διακυβέρνησης. Πρόκειται για εξέλιξη απολύτως συμβατή με το νεοοθωμανικό δόγμα: ισχυρά κεντρικά κράτη, εξαρτημένα από την Άγκυρα, και μειονότητες χωρίς θεσμική αυτονομία.
Η απουσία ισραηλινής παρέμβασης υπέρ των Κούρδων σφραγίζει το τέλος της Ροζάβα. Παρά τις κινήσεις και τις προσδοκίες της κουρδικής ηγεσίας, καμία περιφερειακή δύναμη δεν ήταν διατεθειμένη να αμφισβητήσει ανοιχτά τη νέα τουρκική αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Συρία.
Για την Τουρκία, η εξέλιξη αυτή συνιστά κάτι περισσότερο από μια τακτική επιτυχία. Αποτελεί επιβεβαίωση ότι το νεοοθωμανικό της αφήγημα — η επαναφορά ρόλου κηδεμόνα σε εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας — δεν είναι πλέον ρητορική φιλοδοξία, αλλά πολιτική πραγματικότητα. Για τους Κούρδους της Συρίας, όμως, η κατάρρευση της Ροζάβα μένει ως ακόμη ένα κεφάλαιο σε μια μακρά ιστορία εγκατάλειψης από τις μεγάλες δυνάμεις.