Το Ισραήλ κλείνει την πόρτα στον Τομ Μπαράκ: Ο άνθρωπος του Τραμπ που λειτουργεί ως «φωνή της Άγκυρας»

 
Τομ Μπάρακ

Ενημερώθηκε: 23/08/26 - 20:19

Του Γιάννη Μιχελάκη

Η πληροφορία ότι το Ισραήλ αποφάσισε να σταματήσει να μοιράζεται ευαίσθητες πληροφορίες με τον Αμερικανό πρέσβη στην Τουρκία και ειδικό απεσταλμένο για τη Συρία και το Ιράκ, Τομ Μπαράκ, δεν αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο διπλωματικής δυσφορίας. Αποτελεί την πολιτική κατάρρευση της αξιοπιστίας ενός μεσολαβητή, ο οποίος εμφανίζεται όλο και συχνότερα να υπερασπίζεται τις τουρκικές επιδιώξεις αντί να εκπροσωπεί με συνέπεια τη στρατηγική της Ουάσιγκτον.

Σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα «Maariv», ανώτερη πολιτική πηγή ανέφερε ότι το Ισραήλ αποφάσισε να μη διαβιβάζει πλέον πληροφορίες στον Μπαράκ εξαιτίας της «αντι-ισραηλινής στάσης» του. Η τουρκική «Türkiye Today», που αναπαρήγαγε το δημοσίευμα, σημειώνει ότι Ισραηλινοί αξιωματούχοι τον θεωρούν ανεπαρκώς ευαίσθητο απέναντι στις ανάγκες ασφαλείας του Ισραήλ και υπερβολικά κοντά στις θέσεις της Άγκυρας.

Η πληροφορία δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως ούτε από την ισραηλινή κυβέρνηση ούτε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ωστόσο, ακόμη και αν η απόφαση αφορά αποκλειστικά τον προσωπικό περιορισμό της πρόσβασης του Μπαράκ σε πληροφορίες για τη Συρία και όχι τη συνολική συνεργασία Ισραήλ–ΗΠΑ, το πολιτικό μήνυμα παραμένει εξαιρετικά βαρύ: Η Ιερουσαλήμ δεν εμπιστεύεται πλέον τον άνθρωπο που η Ουάσιγκτον έχει τοποθετήσει στο κέντρο των διαπραγματεύσεων για τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Συρία.

Και η δυσπιστία αυτή δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά. Ο Μπαράκ έχει μετατραπεί σταδιακά από μεσολαβητή σε συνήγορο των τουρκικών επιδιώξεων. Υποβαθμίζει συστηματικά τις ανησυχίες του Ισραήλ για την αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία, υιοθετεί σχεδόν αυτούσιες τις διαβεβαιώσεις της Άγκυρας και παρουσιάζει τον Ερντογάν ως εγγυητή της συριακής κυριαρχίας. Στην πράξη, επιχειρεί να εξωραΐσει μια στρατηγική διείσδυση που εξελίσσεται μεθοδικά και απειλεί να αλλάξει τις περιφερειακές ισορροπίες.

Η σταγόνα, που ξεχείλισε το ποτήρι, ήταν η ισραηλινή επίθεση της 18ης Αυγούστου στην αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ, στη βορειοδυτική Συρία. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η Δαμασκός επρόκειτο να επιτρέψει την ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στην εγκατάσταση, δημιουργώντας νέα απειλή για την ασφάλειά του. Η Τουρκία και η συριακή κυβέρνηση αρνήθηκαν ότι σχεδιαζόταν μόνιμη τουρκική βάση. Παραδέχθηκαν, όμως, ότι Τούρκοι αξιωματικοί είχαν επισκεφθεί τον χώρο στο πλαίσιο της στρατιωτικής συνεργασίας, της εκπαίδευσης και της ανταλλαγής τεχνογνωσίας.

Ο Μπαράκ έσπευσε να χαρακτηρίσει την ισραηλινή επιχείρηση «περιττή κλιμάκωση». Υποστήριξε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν είχαν βρει στοιχεία που να επιβεβαιώνουν επικείμενη τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη και κατηγόρησε ουσιαστικά το Ισραήλ ότι ενήργησε χωρίς επαρκή ενημέρωση της Ουάσιγκτον. Άφησε, μάλιστα, να εννοηθεί ότι η επίθεση μπορεί να υπηρετούσε προεκλογικές σκοπιμότητες στο εσωτερικό του Ισραήλ.

Δεν επρόκειτο για ουδέτερη διπλωματική παρέμβαση. Ο Μπαράκ αμφισβήτησε δημοσίως την ισραηλινή αξιολόγηση της απειλής, προσέφερε πολιτική κάλυψη στην Άγκυρα και απέδωσε εσωτερικά κίνητρα σε μια στρατιωτική επιχείρηση ενός βασικού συμμάχου των ΗΠΑ. Με τον τρόπο αυτό, δεν λειτούργησε ως απεσταλμένος που επιχειρεί να αποτρέψει τη σύγκρουση, αλλά ως παράγοντας που υιοθετεί τη θέση της μίας πλευράς και ζητά από την άλλη να αποδεχθεί τετελεσμένα.

Η πραγματικότητα είναι ότι το Ισραήλ έχει βάσιμους λόγους να μην εμπιστεύεται τις τουρκικές διαβεβαιώσεις. Η Τουρκία εκπαιδεύει και αναδιοργανώνει τις νέες συριακές ένοπλες δυνάμεις, ενισχύει την πολιτική και οικονομική επιρροή της στη Δαμασκό και επιδιώκει πρόσβαση σε στρατιωτικές και αεροπορικές εγκαταστάσεις. Η εγκατάσταση τουρκικών ραντάρ και, αργότερα, αντιαεροπορικών συστημάτων στη Συρία θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας και να επηρεάσει τον κρίσιμο επιχειρησιακό διάδρομο προς το Ιράν.

Για την Ιερουσαλήμ, επομένως, η τουρκική παρουσία δεν είναι μια αφηρημένη διπλωματική διαφωνία. Αποτελεί δυνητική στρατιωτική απειλή. Ιδιαίτερα όταν η Άγκυρα διατηρεί σχέσεις με τη Χαμάς, φιλοξενεί στελέχη της, αμφισβητεί ανοιχτά το δικαίωμα του Ισραήλ να ενεργεί για την ασφάλειά του και χρησιμοποιεί τη νέα ηγεσία της Συρίας ως όχημα διεύρυνσης της περιφερειακής της ισχύος.

Ο Μπαράκ, αντί να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα, προτιμά να μεταφέρει τις διαβεβαιώσεις του Ερντογάν ότι η Τουρκία επιθυμεί μια «κυρίαρχη και ανεξάρτητη Συρία». Πρόκειται για ένα αφήγημα που συγκρούεται με τα γεγονότα. Η κυριαρχία μιας χώρας δεν ενισχύεται όταν οι ένοπλες δυνάμεις της εκπαιδεύονται, εξοπλίζονται και οργανώνονται από μια ξένη δύναμη, η οποία διατηρεί ήδη στρατεύματα στο έδαφός της και επιδιώκει μόνιμο ρόλο στις στρατηγικές υποδομές της.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η αναφορά του Μπαράκ στα Υψίπεδα του Γκολάν με όρους που παραπέμπουν σε ισραηλινή κατοχή. Ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ τον κατηγόρησε ότι διατυπώνει ανακριβείς θέσεις, οι οποίες αντιφάσκουν με την πολιτική του ίδιου του Τραμπ. Υπενθυμίζεται ότι το 2019 ο Αμερικανός πρόεδρος αναγνώρισε επισήμως την ισραηλινή κυριαρχία στο Γκολάν. Έτσι, ο Μπαράκ δεν εμφανίζεται μόνο απέναντι στην Ιερουσαλήμ, αλλά και σε απόσταση από την επίσημη γραμμή του προέδρου που τον διόρισε.

Το πρόβλημα βρίσκεται και στον προβληματικό διπλό θεσμικό του ρόλο. Ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα οφείλει να διαχειρίζεται τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Ως ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ οφείλει να λειτουργεί ως αξιόπιστος συνομιλητής όλων των πλευρών. Όταν, όμως, οι δημόσιες παρεμβάσεις του συμπίπτουν επανειλημμένα με τις θέσεις της Άγκυρας, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα αν εκπροσωπεί την αμερικανική στρατηγική στην Τουρκία ή αν μεταφέρει την τουρκική στρατηγική στην Ουάσιγκτον.

Ο Μπαράκ επιχείρησε να εμφανίσει ως επιτυχία τον σχεδόν καθημερινό συντονισμό Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας κατά του ISIS και να προωθήσει έναν μόνιμο μηχανισμό αποτροπής στρατιωτικών επεισοδίων. Εάν, όμως, το Ισραήλ δεν του εμπιστεύεται πλέον κρίσιμες πληροφορίες, ο μηχανισμός αυτός έχει χάσει τον βασικό όρο επιβίωσής του: την εμπιστοσύνη.

Η υπόθεση δεν αφορά, τελικά, μια προσωπική αντιπάθεια του Νετανιάχου προς έναν Αμερικανό διπλωμάτη. Αφορά την προσπάθεια της Άγκυρας να μετατρέψει τη Συρία σε στρατηγικό της προτεκτοράτο και την προθυμία του Μπαράκ να παρουσιάσει αυτή την επέκταση ως παράγοντα σταθερότητας.

Όταν ένας Αμερικανός απεσταλμένος αντιμετωπίζεται από το Ισραήλ ως «φωνή της Άγκυρας», δεν έχει απλώς αποτύχει ως μεσολαβητής. Έχει μετατραπεί σε μέρος του προβλήματος που υποτίθεται ότι ανέλαβε να λύσει.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ