Οι πρόσφατες τοποθετήσεις Τούρκων αξιωματούχων για το μέλλον της βόρειας Συρίας, την «ενσωμάτωση» των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) και τον επαναπατρισμό κρατουμένων μελών του ISIS, εκλαμβάνονται από την κουρδική πλευρά - και όχι μόνο- ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής της Άγκυρας για εδραίωση επιρροής και έλεγχο σε συριακό έδαφος, υπό το μόνιμο αφήγημα της «αντιτρομοκρατίας».
Ενώ γίνεται λόγος για διεθνές δίκαιο και νομικά κενά γύρω από τη δίωξη των τζιχαντιστών, η Τουρκία εμφανίζεται πρόθυμη να διαδραματίσει «ενεργό ρόλο» στην ανοικοδόμηση της Συρίας — μια διατύπωση που, σύμφωνα με κουρδικές πηγές, μεταφράζεται σε προσπάθεια θεσμικής και στρατιωτικής παγίωσης της τουρκικής παρουσίας σε περιοχές που ιστορικά ανήκουν στον κουρδικό γεωγραφικό χώρο.
Την ίδια στιγμή, τουρκικά κρατικά μέσα και φιλοκυβερνητικά δίκτυα προωθούν καταγγελίες περί μαζικών εκτελέσεων από τις SDF στο Κομπάνι και στη Ράκα, στηριζόμενα κυρίως σε ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες από τα κοινωνικά δίκτυα. Η τακτική αυτή, σύμφωνα με αναλυτές, δεν είναι καινούργια: χρησιμοποιείται συστηματικά για να νομιμοποιήσει πολιτικά και επικοινωνιακά νέες επεμβάσεις, πλήττοντας την εικόνα των δυνάμεων που αποτέλεσαν τον βασικό χερσαίο σύμμαχο της Δύσης στον πόλεμο κατά του ISIS.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων πράγματι καταγράφουν θανάτους αμάχων στη βόρεια Συρία, ωστόσο τονίζουν ότι τα περιστατικά απαιτούν ανεξάρτητη διερεύνηση και δεν μπορούν να εργαλειοποιούνται για τη δικαιολόγηση συλλογικών τιμωριών, στρατιωτικών επιχειρήσεων ή αλλαγών στον δημογραφικό χαρακτήρα των περιοχών — πρακτικές για τις οποίες η Τουρκία έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί σε προηγούμενες εισβολές, από το Αφρίν έως τη Σερεκανίγιε.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Κούρδος ηγέτης Μασούντ Μπαρζανί προειδοποίησε ότι οι επιθέσεις και οι πιέσεις κατά των κουρδικών περιοχών δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές, υπογραμμίζοντας ότι το Κομπάνι, σύμβολο της ήττας του ISIS, δεν πρέπει να μετατραπεί σε νέο πεδίο γεωπολιτικών πειραματισμών. Παράλληλα, κάλεσε σε πολιτική λύση και σε αποτροπή ενός πολέμου μεταξύ Κούρδων και Αράβων, τον οποίο χαρακτήρισε καταστροφικό και επωφελή μόνο για όσους επιδιώκουν να διασπάσουν τον κοινωνικό ιστό της περιοχής.
Ο Μπαρζανί επεσήμανε επίσης ότι η αστάθεια τροφοδοτείται από τη διαρκή μετατόπιση συμμαχιών ορισμένων αραβικών φυλών, φαινόμενο που, σύμφωνα με κουρδικές πηγές, ενισχύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις και ανταγωνισμούς, στους οποίους η Τουρκία διαδραματίζει ενεργό ρόλο, επιδιώκοντας να δημιουργήσει ζώνες επιρροής κατά μήκος των συνόρων της.
Η Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας καταγγέλλει ότι στο Κομπάνι και στο καντόνι Τζαζίρα εξελίσσεται μια συστηματική εκστρατεία εξάντλησης του πληθυσμού, με επιθέσεις σε βασικές υποδομές, διακοπές νερού, ρεύματος και επικοινωνιών — μια μορφή πολέμου χαμηλής έντασης που πλήττει πρωτίστως αμάχους και ενισχύει τις πιέσεις για εκτοπισμό.
Παρά την κλιμάκωση, η κουρδική ηγεσία δηλώνει ότι δεν επιδιώκει τη σύγκρουση, αλλά προειδοποιεί πως αν τεθεί υπό απειλή η ίδια η ύπαρξη των κουρδικών κοινοτήτων, η αντίδραση θα είναι αναπόφευκτη. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί Κούρδοι βλέπουν την τουρκική ρητορική περί «σταθερότητας» ως προπέτασμα καπνού για μια πολιτική που, στην πράξη, στοχεύει στη συρρίκνωση της κουρδικής αυτονομίας και στην αναδιαμόρφωση του χάρτη της βόρειας Συρίας προς όφελος της Άγκυρας.
Για τους Κούρδους, το ζήτημα δεν είναι απλώς ποιος θα ελέγχει στρατιωτικά την περιοχή, αλλά αν θα επιτραπεί στις τοπικές κοινωνίες να αποφασίζουν για το μέλλον τους ή αν θα συνεχίσουν να αποτελούν πιόνια σε έναν πόλεμο επιρροής, όπου ο τουρκικός επεκτατισμός παρουσιάζεται ως «περιφερειακή σταθερότητα».