Σε ακόμη μία επίδειξη περιφερειακού παρεμβατισμού, η Τουρκία διαμηνύει ότι δεν προτίθεται να ανεχθεί καμία διοικητική δομή στη βόρεια Συρία που δεν ευθυγραμμίζεται με τις δικές της επιδιώξεις. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι αναμένει την «εξάλειψη» της λεγόμενης παράλληλης διοίκησης στο Χαλέπι, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι η πόλη θα περάσει αποκλειστικά στον έλεγχο των κεντρικών κρατικών θεσμών της Συρίας — μια διατύπωση που, στην πράξη, ερμηνεύεται ως τουρκική απαίτηση για αναδιάταξη ισχύος σύμφωνα με τα συμφέροντα της Άγκυρας.
Η Άγκυρα στοχοποιεί τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), τις οποίες χαρακτηρίζει προέκταση του PKK, και απαιτεί την πλήρη συμμόρφωσή τους στη συμφωνία της 10ης Μαρτίου για ένταξη στις κρατικές δομές. Παράλληλα, η τουρκική διπλωματία και ο στρατός —όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Φιντάν— έχουν ενεργοποιηθεί σε όλα τα επίπεδα, επιβεβαιώνοντας ότι η Τουρκία δεν περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή αλλά λειτουργεί ως δύναμη επιβολής εξελίξεων στο συριακό έδαφος.
Με ρητορική που παραπέμπει περισσότερο σε επιτηρητή παρά σε γειτονικό κράτος, ο Τούρκος ΥΠΕΞ υποστήριξε ότι οι SDF «κινούνται μόνο υπό την πίεση της ισχύος», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Άγκυρα θεωρεί τη στρατιωτική απειλή θεμιτό και αναγκαίο εργαλείο πολιτικής. Πρόκειται για μια προσέγγιση που ενισχύει τις ανησυχίες περί νεοοθωμανικής λογικής επιρροής, όπου η Τουρκία διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή σε περιοχές πέραν των συνόρων της, επικαλούμενη την ασφάλεια και την «αντιτρομοκρατία».
Οι δηλώσεις Φιντάν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο τουρκικής στρατηγικής που αντιμετωπίζει τη Συρία ως προέκταση της τουρκικής ζώνης ασφάλειας. Ο υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι η ασφάλεια της Συρίας είναι «και ασφάλεια της Τουρκίας», υιοθετώντας μια ρητορική που ουσιαστικά θολώνει τα όρια εθνικής κυριαρχίας και επιβεβαιώνει τη διάθεση μόνιμης εμπλοκής.
Παρότι επίσημα η Άγκυρα επικαλείται την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας, στην πράξη επιδιώκει να διαμορφώσει το μεταπολεμικό τοπίο με όρους πολιτικής και στρατιωτικής επιρροής, αποκλείοντας κάθε σχήμα αυτοδιοίκησης που δεν ελέγχεται ή δεν εξυπηρετεί τις τουρκικές προτεραιότητες. Η επιμονή στην «κατάργηση παράλληλων δομών» μεταφράζεται σε μηδενική ανοχή σε κάθε μορφή τοπικής πολιτικής αυτονομίας, ακόμη κι αν αυτή προκύπτει από τις ιδιαιτερότητες του συριακού πεδίου μετά από χρόνια πολέμου.
Για πολλούς αναλυτές, οι τοποθετήσεις Φιντάν δεν αποτελούν απλώς διπλωματικές δηλώσεις, αλλά ακόμη ένα επεισόδιο σε μια μακρά αλυσίδα τουρκικού επεκτατισμού με σύγχρονα μέσα και παλιά λογική: αναβάθμιση περιφερειακού ρόλου, έλεγχος κρίσιμων γεωγραφικών ζωνών και διαμόρφωση κρατικών ισορροπιών κατά τρόπο που εξυπηρετεί τη στρατηγική της Άγκυρας — ακόμη κι αν αυτό γίνεται εις βάρος της πραγματικής κυριαρχίας και αυτοδιάθεσης των τοπικών κοινωνιών.