Η εχθρική στάση του Ντόναλντ Τραμπ, σε συνδυασμό με τις προειδοποιήσεις του ΝΑΤΟ ότι η Μόσχα θα μπορούσε να είναι έτοιμη για επίθεση κατά της Συμμαχίας έως το 2030, αναγκάζει την Ευρώπη να αναζητήσει επειγόντως τρόπους αυτόνομης άμυνας.
Οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένουν εν μέρει ανεκπλήρωτοι, ενώ το συνολικό κόστος –πολιτικό, οικονομικό και γεωπολιτικό– ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα υψηλό στο άμεσο μέλλον.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αυξάνει την πίεση προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προκειμένου να παράσχουν το συντομότερο δυνατόν στρατιωτική υποστήριξη στα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές που επικαλείται το Politico, η συνάντηση Τραμπ–Ρούτε χαρακτηρίστηκε ιδιαίτερα τεταμένη, με έναν αξιωματούχο να κάνει λόγο για «σειρά προσβολών».
Σε ιστορικό χαμηλό διολισθαίνουν οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, καθώς ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γηραιά Ήπειρο.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η Άγκυρα έχει μεταβληθεί από έναν παραδοσιακό φρουρό της νοτιοανατολικής πτέρυγας σε έναν κεντρικό εταίρο που συμμετέχει ενεργά στη λήψη των συμμαχικών αποφάσεων.
Ο Ρούτε εξήρε τη στάση του Αμερικανού προέδρου, σημειώνοντας ότι η αποφασιστικότητά του τερμάτισε μια μακρά περίοδο ευρωπαϊκού εφησυχασμού και υπενθύμισε στη Γηραιά Ήπειρο πως οι δημοκρατικές αξίες απαιτούν τη θωράκιση από μια πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή.
Η δήλωση αυτή αποτυπώνει την έντονη δυσφορία του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος φαίνεται να επιλέγει την οδό της σύγκρουσης για να επιβάλει τις θέσεις του.
Σε μια κρίσιμη καμπή για τις διατλαντικές σχέσεις, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, μετέφερε στα κράτη-μέλη της Συμμαχίας το αίτημα του Ντόναλντ Τραμπ για την ανάληψη άμεσων και συγκεκριμένων δεσμεύσεων όσον αφορά την ασφάλεια στο Στενό του Ορμούζ.
Συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τους Ευρωπαίους συμμάχους ζητούν οι Ηνωμένες Πολιτείες για τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με το Ιράν, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg.
Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει σχέδιο επιβολής κυρώσεων σε χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, τις οποίες θεωρεί ότι δεν στήριξαν επαρκώς τις ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Η Ουάσιγκτον εκφράζει ανοιχτά πλέον τη «δυσθυμία» της, θεωρώντας πως το ΝΑΤΟ απέτυχε παταγωδώς να στηρίξει τα αμερικανικά συμφέροντα κατά την πρόσφατη κρίση με το Ιράν.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Handelsblatt, που επικαλείται διπλωματικές πηγές από τις Βρυξέλλες, η Συμμαχία επιδιώκει να αναλάβει ενεργό ρόλο στη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, αναμένεται να συναντηθεί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στην Ουάσινγκτον την Τετάρτη 8 Απριλίου, σε μια συγκυρία αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, μία ημέρα μετά τη συμφωνία για προσωρινή κατάπαυση του πυρός διάρκειας δύο εβδομάδων με το Ιράν.
Η ένταση πυροδοτήθηκε μετά την άρνηση των Ευρωπαίων συμμάχων να συμμετάσχουν στις ναυτικές επιχειρήσεις στα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που ώθησε τον Ντόναλντ Τραμπ να απειλήσει ανοιχτά με αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμμαχία.
Με φόντο την αποδυνάμωση του Ιράν, διεθνείς αναλυτές στρέφουν το βλέμμα τους στην Τουρκία, προειδοποιώντας ότι η Άγκυρα ετοιμάζεται να καλύψει το κενό, αναδυόμενη ως ο νέος «ταραξίας» της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Παρά την ιδιότητα του μέλους του ΝΑΤΟ, η συμπεριφορά του Ερντογάν περιγράφεται πλέον όχι ως μια «δύσκολη συμμαχία», αλλά ως μια στρατηγική αναθεωρητισμού που υπονομεύει άμεσα τα δυτικά συμφέροντα.
Σε μια καταιγιστική συνέντευξη Τύπου, ο Τραμπ και η ηγεσία του Πενταγώνου παρουσίασαν τις λεπτομέρειες της κινηματογραφικής διάσωσης του Αμερικανού πιλότου στην καρδιά του Ιράν, στέλνοντας παράλληλα ένα πρωτοφανές τελεσίγραφο στην Τεχεράνη που απειλεί να την επαναφέρει στη «Λίθινη Εποχή».
Η επικείμενη 36η Σύνοδος Κορυφής του NATO στην Άγκυρα (7-8 Ιουλίου) χαρακτηρίζεται ως η πλέον κρίσιμη στην ιστορία της Συμμαχίας, καθώς καλείται να διαχειριστεί τη βαθύτερη κρίση εσωτερικής συνοχής από την ίδρυσή της το 1949.
Στις 4 Απριλίου 1949 ιδρύεται από 12 κράτη της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής, στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ Ουάσινγκτων, ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), που σήμερα αποτελεί τον ισχυρότερο διεθνή οργανισμό της Δύσεως, στον οποίο συμμετέχουν 32 πλέον χώρες, με σκοπό τη μεταξύ τους συνεργασία σε διάφορους τομείς, την προώθηση γεωπολιτικών συμφερόντων και την αποτροπή ένοπλης επιθέσεως εναντίον κάποιας χώρας – μέλους από κάποια εκτός του Οργανισμού χώρας (αλλά – δυστυχώς – όχι και από επίθεση χώρας-μέλους εναντίον άλλης χώρας-μέλους).