Η γερμανική εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκία φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα, πιο ευέλικτη φάση, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις διμερείς εντάσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, προς όφελος της συνολικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας του ΝΑΤΟ.
Η υπόθεση των Eurofighter αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης, καθώς το Βερολίνο, υπό τη νέα του ηγεσία, αντιμετωπίζει πλέον την Άγκυρα ως απαραίτητο στρατηγικό πυλώνα της Συμμαχίας.
Η αναπροσαρμογή του Βερολίνου
Από το 2021 έως σήμερα, η Γερμανία μετακινήθηκε από μια στάση «πολιτικής αμφιθυμίας» και περιοριστικών εξαγωγών σε μια πολιτική «πραγματισμού». Αν και κατά την περίοδο της κυβέρνησης Σολτς το Βερολίνο διατηρούσε έντονες επιφυλάξεις για τα εξοπλιστικά προγράμματα της Τουρκίας –λόγω των ελληνοτουρκικών διαφορών και ζητημάτων κράτους δικαίου– η αστάθεια στην Ανατολική Ευρώπη και ο αναβαθμισμένος ρόλος της Τουρκίας ως μεσολαβητή, άλλαξαν τις προτεραιότητες.
Με την ανάληψη της εξουσίας από τον Φρίντριχ Μερτς και τη θητεία του Γιόχαν Βάντεφουλ στο Υπουργείο Εξωτερικών, η συνεργασία με την Άγκυρα εντός του ΝΑΤΟ κατέστη κεντρική επιδίωξη, με τη συμφωνία για τα Eurofighter να οδεύει πλέον προς ολοκλήρωση.
Η ελληνική ανησυχία και τα μηνύματα προς τη Γερμανία
Η Αθήνα παρακολουθεί με έκδηλη ανησυχία την αλλαγή του γερμανικού αφηγήματος, επιδιώκοντας να διασφαλίσει ότι η ενίσχυση της τουρκικής αεράμυνας δεν θα διαταράξει τις ισορροπίες στην περιοχή.
Τόσο ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά τις πρόσφατες επαφές του, όσο και ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, έχουν καταστήσει σαφές στους Γερμανούς συνομιλητές τους ότι οι αμυντικές συνεργασίες με τρίτες χώρες πρέπει να συνοδεύονται από εγγυήσεις, όπως η αποχή από τη χρήση οπλικών συστημάτων κατά συμμάχων χωρών.
Η νέα πραγματικότητα στο Αιγαίο
Ενδεικτικό της νέας δυναμικής είναι και η επικείμενη αποστολή γερμανικών συστοιχιών Patriot στην Τουρκία, μια κίνηση που φέρνει τις ΗΠΑ και τη Γερμανία πιο κοντά στην εξίσωση της τουρκικής αμυντικής θωράκισης.
Η Γερμανία φαίνεται να επιλέγει μια «διττή» πολιτική: συνεργασία εκεί που υπαγορεύουν οι ανάγκες της Συμμαχίας και διατήρηση διαύλων με την Αθήνα.
Ωστόσο, η σταδιακή εγκατάλειψη της πολιτικής περιορισμών καθιστά σαφές ότι η Γερμανία δεν αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά ως κρίσιμο εταίρο σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας.
Το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει έντονα τις επικείμενες συνόδους του ΝΑΤΟ, με την Αθήνα να καλείται να διαχειριστεί τις επιπτώσεις αυτής της «στροφής» στη γερμανική διπλωματία.