16 Σεπτεμβρίου 1669: Παραδίδεται, από τους Βενετούς στους Οθωμανούς Τούρκους, ο Χάνδακας (Ηράκλειο), μετά από 21 χρόνια συνεχούς πολιορκίας, που αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ

 
16 Σεπτεμβρίου 1669: Παραδίδεται, από τους Βενετούς στους Οθωμανούς Τούρκους, ο Χάνδακας (Ηράκλειο), μετά από 21 χρόνια συνεχούς πολιορκίας, που αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ

Ενημερώθηκε: 16/09/23 - 14:03

Του Λεωνίδα Σ. Μπλαβέρη

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1669 παραδίδεται, από τους Βενετούς του Φραγκίσκου Μοροζίνι στους Οθωμανούς Τούρκους, ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης, μετά από 21 χρόνια συνεχούς πολιορκίας, κάτι που αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ στο συγκεκριμένο τομέα.

Η Πολιορκία του Χάνδακα, όπως έμεινε στην Ιστορία, υπήρξε η τελευταία μάχη των Βενετών στον «Μεγάλο Κρητικό Πόλεμο», έναν πόλεμο με τους Οθωμανούς Τούρκους για να κρατήσουν την Κρήτη, το νησί με την τεράστια – από τότε – γεωστρατηγική σημασία στην Ανατολική Μεσόγειο, την οποία κατείχαν από το 1211.

Η πολιορκία του Χάνδακα ξεκίνησε τον Μάιο του 1648, με την άφιξη του Οθωμανικού στόλου και την απόβαση των Οθωμανών έξω από την πόλη και ολοκληρώθηκε στην 16 Σεπτεμβρίου 1669 οπότε και υπογράφτηκε μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, η συμφωνία για την παράδοσή της.

Η τελευταία διετία πριν την παράδοση της πόλεως

Στις 11 Ιουνίου 1668 εξαπολύθηκε νέα επίθεση από τους Τούρκους, αυτή τη φορά στον προμαχώνα Sabbionara, έναν από τους επτά του πανίσχυρου κάστρου, που περιέβαλε και προστάτευε το λιμάνι και την πόλη του Χάνδακα, στο βόρειο πλευρό του οποίου δημιουργήθηκε ρήγμα μήκους 140 μέτρων, ενώ σε έναν άλλο προμαχώνα, αυτόν του Αγίου Ανδρέα, δημιουργήθηκε ρήγμα μήκους 160 μέτρων, γεγονός που υποχρέωσε τους αμυνόμενους στους δύο αυτούς προμαχώνες να κατασκευάζουν διαρκώς και νέες γραμμές υποχωρήσεως.

Τον Ιανουάριο του 1669 η κατάσταση για τους πολιορκημένους κατέστη τραγική. Ο προμαχώνας του Αγίου Ανδρέα και η πρώτη γραμμή άμυνας, το λεγόμενο τείχος των Γάλλων, είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, ενώ οι πολιορκημένοι είχαν υποχωρήσει πίσω από τη δεύτερη γραμμή αμύνης που είχαν δημιουργήσει.

Στον προμαχώνα Sabbionara, στη θέση της σημαίας του Αγίου Μάρκου των Βενετών, κυμάτιζε ήδη η σημαία με τον διπλούν πέλεκυ, που αποτελούσε το έμβλημα των Γενιτσάρων. Τα εφτά τους τάγματα επρόκειτο να τοποθετήσουν τις σημαίες τους, τους περίφημους «Εφτά Μπαλτάδες» πάνω και δυτικά του προμαχώνα. Στο σημείο αυτό η γραμμή αμύνης των Βενετών εμφάνισε ένα σοβαρό ρήγμα μήκους 50 μέτρων.

Οι Γάλλοι, οι οποίοι είχαν έλθει προς ενίσχυση των Βενετών τα περασμένα χρόνια, επιχειρούν ηρωική έξοδος, υπό το ναύαρχο Δούκα De Beaufort και το δούκα De Navailles, αλλά όμως αποτυγχάνουν. Το ίδιο ανεπιτυχής ήταν και ο βομβαρδισμός των τουρκικών θέσεων από τον χριστιανικό στόλο. Η έκρηξη, που βύθισε αύτανδρη τη γαλλική φρεγάτα “La Thérèse”, που ήταν το πλοίο του υποδιοικητή της γαλλικής ναυτικής δυνάμεως, σήμανε και το τέλος της όλης προσπάθειας.

Η τύχη του Χάνδακα έχει πλέον κριθεί.

Μπροστά στην απειλή σφαγών του αμάχου πληθυσμού και λεηλασιών από πλευράς των Οθωμανών Τούρκων, ο τελευταίος υπερασπιστής του Κάστρου, ο Φραντσέσκο Μοροζίνι, επέλεξε τη λύση της συνθηκολογήσεως και ξεκίνησε διαπραγματεύσεις μαζί τους.

Συμφώνως με τους όρους της συμφωνίας, η οποία υπογράφηκε μετά από σκληρές και πολυήμερες διαπραγματεύσεις στις 16 Σεπτεμβρίου 1669 («Συνθήκη της Κανδίας»), οι Βενετοί παραχωρούσαν στους Οθωμανούς το νησί, πλην των οχυρών της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας. Σε αντάλλαγμα οι κάτοικοι του Χάνδακα θα είχαν το περιθώριο να την εγκαταλείψουν, παίρνοντας μαζί τους όπλα, κειμήλια και αρχεία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρη ακριβώς σε αυτόν τον πολύτιμο όρο διασώθηκαν μεταξύ άλλων τα κρατικά αρχεία της πόλεως, που μεταφέρθηκαν στη Βενετία. Αργότερα ο Μοροζίνι κατηγορήθηκε για τους χειρισμούς του στην παράδοση του Χάνδακα, ωστόσο αθωώθηκε.

Ο Μοροζίνι, ο οποίος υπερασπίστηκε τον Χάνδακα για πολλά χρόνια, αγάπησε την πόλη και τους κατοίκους της, που τους έζησε κάτω από τις δυσκολίες μιας πολυετούς και σκληρότατης πολιορκίας.

Αδιάψευστοι μάρτυρες της αγάπης του αυτής για τον Χάνδακα είναι τα θέματα που κοσμούν το λάβαρό του, φιλοτεχνημένο από το φημισμένο κρητικό ζωγράφο Βίκτωρα, και διασώζεται σήμερα στο Μουσείο Correr της Βενετίας, αλλά και από την αφιέρωση του οικόσημου και του στέμματός του στην Παναγία Μεσοπαντίτισσα, τη θαυματουργή εικόνα του Χάνδακα που διασώθηκε και αυτή από τους Βενετούς και φυλάσσεται σήμερα στο ναό της Santa Maria della Salute.

Τελικώς, όταν τα στρατεύματα των Οθωμανών Τούρκων εισήλθαν στο Χάνδακα, στις 4 Οκτωβρίου 1669, βρήκαν μια έρημη πόλη, καθώς οι υπερασπιστές της και οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει σχεδόν στο σύνολό τους και είχαν μεταφερθεί (τα γυναικόπαιδα) από τον Μοροζίνι στη νήσο Δία. Όταν παρέδωσε τα κλειδιά της πόλεως στον Βεζύρη, ο Χάνδακας ήταν σχεδόν ερειπωμένος. Οι τελευταίοι κάτοικοι εγκατέλειψαν την πόλη και οι Τούρκοι εισέβαλαν νικητές σε αυτή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός των 3.600 κατοίκων του Χάνδακα, που είχε απομείνει, είχε 12 μέρες μπροστά του να ετοιμαστεί. Κατόπιν επιβιβάστηκαν σε πλοία με κατεύθυνση το ενετοκρατούμενο Ιόνιο, όπου μετοίκησαν ως πρόσφυγες τα νησιά, τη Βενετία και τη Δαλματία.

Ο ερειπωμένος Χάνδακας δεν υπήρχε πλέον, όπως ερειπωμένη ήταν και ολόκληρη η Κρήτη, που έμελλε να ζήσει μια νέα μαρτυρική περίοδο στη μακραίωνη Ιστορία της: την Τουρκοκρατία.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ