Η Sarah Rogers, Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τη Δημόσια Διπλωματία, έχει εξελιχθεί στο πιο αμφιλεγόμενο πρόσωπο της κυβέρνησης Τραμπ στην Ευρώπη, μετατρέποντας τον παραδοσιακό ρόλο του διπλωμάτη σε μια μετωπική σύγκρουση με το ευρωπαϊκό κατεστημένο.
Με μια ρητορική που απέχει παρασάγγας από τις συνήθεις αβρότητες, η Rogers ηγείται μιας εκστρατείας για τη «διάσωση» της Ευρώπης από αυτό που ο Λευκός Οίκος αποκαλεί «πολιτισμική εξάλειψη», χρησιμοποιώντας τεράστια κονδύλια για τη στήριξη κινημάτων που αντιτίθενται στη μαζική μετανάστευση και τους νόμους περί ελέγχου του ψηφιακού λόγου.
Η δράση της Rogers χαρακτηρίζεται από σκόπιμα προκλητικές παρεμβάσεις, όπως η ανάρτησή της τον Ιανουάριο του 2026 όπου αναφέρθηκε σε «βάρβαρες ορδές βιαστών» στη Γερμανία. Με την κίνηση αυτή θέλησε να προκαλέσει τα όρια της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τη ρητορική μίσους, υποστηρίζοντας ότι ως Αμερικανίδα πολίτης έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τέτοιους χαρακτηρισμούς, ενώ ταυτόχρονα επιτίθεται στους περιορισμούς που η ίδια θεωρεί ότι απειλούν την ελευθερία της έκφρασης και τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.
Η στρατηγική της περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση προγραμμάτων ύψους 500 εκατομμυρίων δολαρίων για την προώθηση της «ψηφιακής ελευθερίας», καθώς και στενές επαφές με την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική δεξιά. Έχει ήδη πραγματοποιήσει συναντήσεις με στελέχη του κόμματος Reform UK του Nigel Farage, του AfD στη Γερμανία και του Viktor Orbán στην Ουγγαρία, ενώ πρόσφατα προτάθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ για την ηγεσία του διεθνούς δικτύου Voice of America.
Η Rogers δεν διστάζει να αμφισβητεί ανοιχτά τις πολιτικές ελίτ των Βρυξελλών και του Λονδίνου, χαρακτηρίζοντας τους νόμους για την ασφάλεια στο διαδίκτυο ως εργαλεία «τυραννικής» λογοκρισίας.
Παρά τις έντονες αντιδράσεις Ευρωπαίων ηγετών, όπως του Σουηδού Πρωθυπουργού Ulf Kristersson που έκανε λόγο για απαράδεκτη παρέμβαση, η Rogers επιμένει ότι η αποστολή της είναι να δώσει φωνή στην πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών που, κατά την ίδια, είναι απογοητευμένοι από τις τρέχουσες πολιτικές.
Η προσέγγισή της έχει διχάσει βαθιά τη διεθνή κοινότητα, καθώς από τη μία πλευρά οι υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου τη θεωρούν ηρωίδα και από την άλλη οι επικριτές της προειδοποιούν ότι η συγκρουσιακή της στάση κινδυνεύει να απομονώσει τις ΗΠΑ από τους παραδοσιακούς τους συμμάχους, μετατρέποντας τη διπλωματία σε πεδίο πολιτισμικού πολέμου.