Η έγκριση από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ της πώλησης 48 μαχητικών αεροσκαφών F-35 Lightning II στη Σαουδική Αραβία, συνολικής αξίας 24,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αναδιαμορφώνει τα δεδομένα στη Μέση Ανατολή, προκαλώντας προβληματισμό για τις περιφερειακές ισορροπίες ασφαλείας.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ "Των Νέων"Η απόφαση της Ουάσινγκτον αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα και το Ισραήλ, καθώς το Ριάντ αναμένεται να ενταχθεί στο κλειστό κλαμπ των χωρών που διαθέτουν μαχητικά πέμπτης γενιάς. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, η οποία συνδέει στρατιωτικά τη Σαουδική Αραβία με την Τουρκία και το Πακιστάν, δημιουργεί νέα δεδομένα για τον στρατηγικό σχεδιασμό Αθήνας και Τελ Αβίβ.
Για την Ελλάδα, βασικό ζήτημα αποτελεί το ενδεχόμενο έμμεσης πρόσβασης της Τουρκίας σε κρίσιμες πληροφορίες που σχετίζονται με την τεχνολογία stealth των F-35. Η Άγκυρα έχει αποκλειστεί από το πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών, μετά την απόκτηση των ρωσικών συστημάτων S-400, γεγονός που ανέκοψε την προσπάθειά της να αποκτήσει αεροσκάφη πέμπτης γενιάς.
Η αμυντική συνεργασία μεταξύ Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας, ωστόσο, ενδέχεται να προσφέρει στην Άγκυρα ένα έμμεσο πεδίο εξοικείωσης με τις δυνατότητες των F-35. Οι δύο χώρες πραγματοποιούν τακτικά κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, όπως η «Anatolian Eagle», γεγονός που προκαλεί ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η Τουρκία θα μπορούσε να συλλέξει στοιχεία για τα χαρακτηριστικά των αμερικανικών μαχητικών, όταν αυτά ενταχθούν στη σαουδαραβική Πολεμική Αεροπορία.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκονται το ραντάρ, τα ηλεκτρομαγνητικά και τα θερμικά ίχνη των αεροσκαφών, καθώς και η δυνατότητα ανάπτυξης αντίμετρων. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να επηρεάσει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της Ελλάδας στο Αιγαίο και την προσπάθεια διατήρησης τεχνολογικού πλεονεκτήματος έναντι της Τουρκίας.
Ανάλογος προβληματισμός καταγράφεται και στο Ισραήλ, όπου η απόφαση των ΗΠΑ συνδέεται με τη διατήρηση του Ποιοτικού Στρατιωτικού Πλεονεκτήματος (QME) της χώρας. Η ισραηλινή πλευρά επιδιώκει να διατηρήσει την τεχνολογική της υπεροχή στην περιοχή, ενώ η στρατιωτική συνεργασία του Ριάντ με την Άγκυρα, σε συνδυασμό με τη σκληρή αντι-ισραηλινή ρητορική της τουρκικής ηγεσίας, εντείνει τις ανησυχίες στο Τελ Αβίβ.
Σύμφωνα με το συγκεκριμένο σενάριο, το Ισραήλ εξετάζει το ενδεχόμενο να ζητήσει από την Ουάσινγκτον πρόσθετα στρατιωτικά ανταλλάγματα, όπως προηγμένα συστήματα αναχαίτισης, εξειδικευμένα όπλα καταστροφής καταφυγίων και τεχνολογίες που μέχρι σήμερα δεν είχαν εγκριθεί για ισραηλινή χρήση.
Η συμφωνία επηρεάζει, παράλληλα, και τις περιφερειακές διπλωματικές ισορροπίες. Ελλάδα και Ισραήλ είχαν επενδύσει στην ανάπτυξη στενότερων σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία. Η Αθήνα έχει ήδη συνεισφέρει στην προστασία κρίσιμων σαουδαραβικών υποδομών, μέσω της ανάπτυξης πυροβολαρχίας Patriot, ενώ το Ισραήλ επιδίωκε την περαιτέρω εξομάλυνση των σχέσεών του με το Ριάντ, στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ.
Η στρατιωτική προσέγγιση της Σαουδικής Αραβίας με την Τουρκία καταδεικνύει την προσπάθεια του Ριάντ να διατηρήσει ευελιξία στις διεθνείς του σχέσεις, χωρίς να ευθυγραμμίζεται αποκλειστικά με έναν συγκεκριμένο περιφερειακό άξονα.
Σε ό,τι αφορά την προστασία της τεχνολογίας των F-35, οι ΗΠΑ εφαρμόζουν αυστηρούς κανόνες ελέγχου τελικού χρήστη, προκειμένου να περιορίσουν τον κίνδυνο διαρροής ευαίσθητων πληροφοριών. Τα αεροσκάφη συνδέονται με ένα σύνθετο δίκτυο υποστήριξης και πληροφοριών, ενώ η Ουάσινγκτον επιβάλλει περιορισμούς στην πρόσβαση προσωπικού από χώρες που δεν συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
Παράλληλα, έχει αναφερθεί ότι τα σαουδαραβικά F-35 ενδέχεται να διαθέτουν περιορισμένες δυνατότητες σε σχέση με τα ισραηλινά F-35I «Adir», ιδίως στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου.
Η απόκτηση των F-35 από τη Σαουδική Αραβία δεν αναιρεί, πάντως, τη σημασία της ελληνικής συμμετοχής στο πρόγραμμα. Ωστόσο, δημιουργεί την ανάγκη για αυξημένες εγγυήσεις σχετικά με την προστασία των ελληνικών επιχειρησιακών δεδομένων και των τεχνικών χαρακτηριστικών των αεροσκαφών.
Η εξέλιξη αναμένεται να ενισχύσει τον διάλογο Αθήνας και Τελ Αβίβ για την αμυντική τεχνολογία, την ανταλλαγή πληροφοριών και τη διαχείριση των νέων ισορροπιών που διαμορφώνονται στη Μέση Ανατολή.
Συνολικά, η συμφωνία Ουάσινγκτον – Ριάντ αναδεικνύει τη ρευστότητα των περιφερειακών συμμαχιών και την αυξανόμενη σημασία της τεχνολογικής υπεροχής στη διαμόρφωση των στρατηγικών ισορροπιών.