Η προτεινόμενη συνεργασία συνδέει τις αμερικανικές επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας με την επίλυση του χρονίζοντος ζητήματος της προμήθειας των μαχητικών αεροσκαφών F-35 από την Τουρκία, αντανακλώντας τη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για μια εξωτερική πολιτική με έντονο οικονομικό προσανατολισμό.
Μια ξεκάθαρη πρόταση για τον εκσυγχρονισμό της πορτογαλικής αμυντικής στρατηγικής κατέθεσε ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Πορτογαλία, Τζον Αρίγκο, καλώντας την κυβέρνηση να αντικαταστήσει τον γερασμένο στόλο των F-16 με τα υπερσύγχρονα F-35 της Lockheed Martin.
Σε μια κίνηση που αναδιατάσσει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή άμυνα, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς προσανατολίζεται στην αγορά επιπλέον αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-35.
Η Σαουδική Αραβία φαίνεται να οικοδομεί ένα νέο μπλοκ συνεργασίας με την Τουρκία, την Αίγυπτο, το Πακιστάν και το Κατάρ, απομακρυνόμενη από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η ενίσχυση της βρετανικής αεροπορικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο έρχεται ως απάντηση στην επικίνδυνη κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και τους φόβους για μια ενδεχόμενη στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν.
Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της παρουσίας του Έλληνος Υπουργού στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, και σε αυτήν ήταν επίσης παρών ο Υφυπουργός Πολέμου, αρμόδιος για την Αμυντική Πολιτική κ. Έλμπριτζ Κόλμπυ (Elbridge Colby), με τον οποίο στη συνέχεια ο κ. Δένδιας είχε ιδιαίτερη συνάντηση.
Σε μια προκλητική επίδειξη κυνισμού και ιστορικής άγνοιας, ο ανώτερος απεσταλμένος του Τραμπ, Τομ Μπάρακ, εμφανίστηκε από την Καλιφόρνια ως ο απόλυτος συνήγορος των τουρκικών συμφαιρόντων.
Σε μια παρέμβαση που ξεκαθαρίζει το τοπίο των συμμαχιών στην Ανατολική Μεσόγειο, ο νέος πρέσβης των ΗΠΑ στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, έθεσε τις βάσεις της αμερικανικής στρατηγικής υπό τη διοίκηση Τραμπ.
Σε ακόμη μία σκληρή επίθεση κατά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προχώρησε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Τουρκία, Οζγκιούρ Οζέλ, με αφορμή το παρατεταμένο αδιέξοδο γύρω από το πρόγραμμα των F-35
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Μιλιέτ, η λεγόμενη «διπλωματία των ηγετών» σε συνδυασμό με τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές ισορροπίες έχουν επιταχύνει τις προσπάθειες για εξεύρεση λύσης, με στόχο την άρση των αμερικανικών κυρώσεων CAATSA και την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.
Στον πυρήνα των συζητήσεων βρίσκεται η προσπάθεια της Άγκυρας να επαναφέρει τον φάκελο των F-35, τον οποίο θεωρεί καθοριστικό για τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ.
Πίσω από τις διατυπώσεις του άρθρου, διαφαίνεται η εκτίμηση ότι η τουρκική ηγεσία επενδύει εκ νέου στην προσωπική διπλωματία με τον Αμερικανό πρόεδρο, αποφεύγοντας τη δημόσια αντιπαράθεση και προσδοκώντας ανταλλάγματα στα κρίσιμα ζητήματα των κυρώσεων, των εξοπλισμών και των οικονομικών εκκρεμοτήτων.
Ακόμη και στο ακραία θεωρητικό σενάριο όπου όλα τα εμπόδια ξεπερνιούνται, η Τουρκία θα μπορούσε να παραλάβει F-35 μετά από 8 έως 10 χρόνια, επιστρέφοντας στην ουρά παραγωγής. Μέχρι τότε, ο Τραμπ δεν θα βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, γεγονός που καθιστά κάθε σημερινή υπόσχεση εύθραυστη.
Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο αμερικανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τοποθετήθηκε για όλα τα κρίσιμα μέτωπα που διαμορφώνουν τις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον, από τα εξοπλιστικά και την ενέργεια έως τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Γάζα.
Από τις κινήσεις της καθίσταται σαφές ότι η Άγκυρα προσπαθεί συστηματικά να υπονομεύσει τις συνεργασίες Λευκωσίας και Αθήνας, επιδιώκοντας να ανατρέψει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να «ξαναμοιράσει την τράπουλα» με όρους που η ίδια υπαγορεύει.
Ιδιαίτερα επικίνδυνη θεωρείται η πιθανή απόκτηση F-35, καθώς θα ενισχύσει στρατιωτικά μια χώρα που ήδη θέτει ως στόχο το Ισραήλ, θέτοντας σε κίνδυνο τη στρατιωτική ισορροπία στη Μέση Ανατολή.
Στο άρθρο επισημαίνεται ότι η Τουρκία, η οποία στο παρελθόν χαρακτηριζόταν «ο ασθενής της Ευρώπης», παρουσιάζεται πλέον ως παράγοντας αστάθειας στη Μέση Ανατολή, με κατηγορίες για σχέσεις με ακραίους δρώντες και φιλοξενία στελεχών της Χαμάς.
Οι δηλώσεις του Τούρκου υπουργού επιβεβαιώνουν, ότι πίσω από τη ρητορική περί «διαλόγου» η Άγκυρα συνεχίζει να καλλιεργεί κλίμα έντασης και να αμφισβητεί θεμελιώδη ελληνικά και κυπριακά δικαιώματα, υπονομεύοντας η ίδια την περιφερειακή σταθερότητα που υποτίθεται ότι επικαλείται.