Οι έρευνες των εξειδικευμένων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων στο θαλάσσιο drone που εντοπίστηκε σε σπηλιά της Λευκάδας φέρνουν στο φως νέα δεδομένα, εντείνοντας τα ερωτηματικά γύρω από την προέλευση και την αποστολή του.
Η αποκάλυψη ότι στο εσωτερικό του σκάφους βρέθηκαν χειρόγραφα τόσο στα ρωσικά όσο και στα ουκρανικά έχει πυροδοτήσει σειρά σεναρίων, αν και η Αθήνα αποδίδει τη συνύπαρξη των δύο γλωσσών στην καθημερινή πρακτική εντός της Ουκρανίας.
Το γεγονός ότι οι σημειώσεις δεν καταστράφηκαν, όπως επιτάσσουν οι κανόνες ασφαλείας, οδηγεί τους αναλυτές στην εκτίμηση πως το σκάφος εκτελούσε αποστολή μίας χρήσης ή ότι εγκαταλείφθηκε εσπευσμένα λόγω τεχνικής βλάβης.
Η εικόνα των σπασμένων αισθητήρων και η λειτουργία των υδροτζέτ κατά τον εντοπισμό του ενισχύουν την υπόθεση της δυσλειτουργίας, ενώ η απουσία μηχανισμού αυτοκαταστροφής επέτρεψε στις ελληνικές αρχές να το ανακτήσουν σχεδόν ανέπαφο.
Σε διπλωματικό επίπεδο, η ελληνική κυβέρνηση τηρεί σκληρή στάση, με τον Γιώργο Γεραπετρίτη να διαμηνύει πως δεν θα γίνει ανεκτή καμία μετατροπή της Μεσογείου σε πεδίο πολεμικών συγκρούσεων.
Η Αθήνα προετοιμάζει ήδη τις επόμενες κινήσεις της, οι οποίες περιλαμβάνουν την επίδοση επίσημου διαβήματος προς το Κίεβο, αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η εργαστηριακή εξέταση του σειριακού αριθμού και των τεχνικών χαρακτηριστικών του σκάφους.
Παρά τη διαβεβαίωση του Νίκου Δένδια για την ουκρανική ταυτότητα του drone, το Κίεβο κρατά αποστάσεις, δηλώνοντας πως δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία που να το συνδέουν με Ουκρανούς χειριστές.
Την ίδια στιγμή, η κατασκευάστρια εταιρεία UFORCE αρνείται ότι το συγκεκριμένο μοντέλο ανήκει στη δική της παραγωγή, περιπλέκοντας περαιτέρω την εικόνα.
Η ολοκλήρωση του πορίσματος των Ενόπλων Δυνάμεων θεωρείται πλέον καθοριστική, καθώς θα προσδιορίσει με ακρίβεια αν το drone ξεκίνησε από χερσαία περιοχή ή αν αφέθηκε στη θάλασσα από κάποιο μεγαλύτερο πλοίο, παραβιάζοντας την εθνική κυριαρχία.