Τα κομμάτια του παζλ συμπληρώνουν οι αρμόδιες Αρχές, εστιάζοντας στα πρόσωπα που φέρονται να πρωταγωνιστούν στο σοβαρό θρίλερ κατασκοπείας που αποκαλύφθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, το δίκτυο κατασκοπείας δεν λειτουργούσε αποσπασματικά, αλλά είχε δομή πυραμίδας. Στην κορυφή της, όπως όλα δείχνουν, δεν βρίσκεται ο 54χρονος σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας που συνελήφθη και πρόκειται να οδηγηθεί ενώπιον της στρατιωτικής Δικαιοσύνης, αλλά το πρόσωπο που τον στρατολόγησε και τον καθοδήγησε στη διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών.
Κομβικό ρόλο φέρεται να διαδραματίζει γυναίκα εκτός των Ενόπλων Δυνάμεων, η οποία, σύμφωνα με τις Αρχές, συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία στρατολόγησης και συντονισμού των εμπλεκομένων. Οι ερευνητές θεωρούν ότι πρόκειται για πρόσωπο-κλειδί, με επιρροή μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνη του αξιωματικού που κατηγορείται για κατασκοπεία.
Η συγκεκριμένη γυναίκα φέρεται να ήταν παρούσα σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε το 2025 στην Αθήνα, κατά την οποία ο σμήναρχος συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον φερόμενο Κινέζο πράκτορα. Κλιμάκια του ΓΕΕΘΑ και της ΕΥΠ διαθέτουν φωτογραφικό υλικό στο οποίο απεικονίζεται η γυναίκα μαζί με τον ίδιο άνδρα. Οι έρευνες επικεντρώνονται στο αν εκείνη προσέγγισε πρώτη τον αξιωματικό, καθώς και στο πότε και με ποιον τρόπο ήρθε σε επαφή με τον Κινέζο πράκτορα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το προφίλ του φερόμενου κατασκόπου. Σύμφωνα με πληροφορίες, το επίθετό του δεν είναι κινεζικής προέλευσης, αλλά αμερικανικό, στοιχείο που οδηγεί τις Αρχές στην εξέταση ευρύτερων διασυνδέσεων και τελικών αποδεκτών των απόρρητων πληροφοριών.
Καθοριστική θεωρείται η ανάκτηση κρίσιμων αρχείων από δεύτερο κινητό τηλέφωνο, το οποίο εντοπίστηκε κατά την αιφνίδια έρευνα στο γραφείο του σμήναρχου. Στην επιχείρηση συμμετείχε νεαρός αξιωματικός της Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας του ΓΕΕΘΑ, εξειδικευμένος στην ασφάλεια δικτύων, ο οποίος κατάφερε να ανακτήσει διαγραμμένα δεδομένα από συσκευή τύπου «σκιά», στην οποία είχε εγκατασταθεί κρυπτογραφημένη εφαρμογή επικοινωνίας.
Παράλληλα, οι Αρχές έχουν στη διάθεσή τους φωτογραφικό υλικό από τουλάχιστον δύο συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο 2025 σε κεντρικά σημεία της Αθήνας, μεταξύ του 54χρονου σμήναρχου και του Κινέζου πράκτορα. Και στις δύο περιπτώσεις φέρεται να παρίστατο και τρίτο πρόσωπο, ηλικίας περίπου 40 έως 45 ετών, με ρόλο ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας στο δίκτυο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο Κινέζος πράκτορας είχε συμμετάσχει το 2025 σε συνέδριο σε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ και, κατά την επιστροφή του, πραγματοποίησε σύντομη στάση στην Αθήνα, όπου έλαβε χώρα μία από τις συναντήσεις.
Οι πληρωμές προς τον σμήναρχο φέρονται να πραγματοποιούνταν μέσω της κρυπτογραφημένης εφαρμογής στο δεύτερο κινητό τηλέφωνο. Τα ποσά κυμαίνονταν από 5.000 έως 15.000 ευρώ, σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διαβάθμιση των πληροφοριών που διαβιβάζονταν.
Το υπηρεσιακό προφίλ του 54χρονου αξιωματικού περιγράφεται από τις Αρχές ως ιδιαίτερα επιμελές και χωρίς σκιές. Με 32 χρόνια υπηρεσίας και εξειδίκευση στις επικοινωνίες, τα ηλεκτρονικά συστήματα και την κυβερνοασφάλεια, εμφανιζόταν δημόσια ως ένθερμος υποστηρικτής της αποστολής των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ήταν ιδιαίτερα δραστήριος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου δημοσίευε φωτογραφίες από ταξίδια, συνέδρια και δράσεις σχετικές με την κυβερνοασφάλεια και την προστασία δεδομένων. Παράλληλα, είχε αναπτύξει και αρθρογραφική δραστηριότητα. Σε κείμενό του το 2023 προειδοποιούσε ότι «οι κακόβουλοι παράγοντες ζουν ανάμεσά μας», επισημαίνοντας τον κίνδυνο που μπορούν να αποτελέσουν οι λεγόμενοι insiders, αν υποτιμηθούν. Σε άλλο άρθρο του τόνιζε ότι η αύξηση των προηγμένων κυβερνοεπιθέσεων καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της ετοιμότητας τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα.
Ο 54χρονος αντιμετωπίζει βαρύτατες κατηγορίες για κατασκοπεία. Μέχρι την Τρίτη, οπότε και θα οδηγηθεί ενώπιον του στρατιωτικού εισαγγελέα, κρατείται στο Αεροδικείο.