Αλλαγή καθεστώτων: Τα μαθήματα του παρελθόντος και τα διλήμματα της Ουάσινγκτον σήμερα

 
regime change global

Ενημερώθηκε: 14/01/26 - 23:55

Εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, η κυρίαρχη αντίληψη στην αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι ότι οι άμεσες προσπάθειες αλλαγής καθεστώτων από τις Ηνωμένες Πολιτείες καταλήγουν, τις περισσότερες φορές, σε αποτυχία. Η εμπειρία του Αφγανιστάν, όπου οι Ταλιμπάν επέστρεψαν στην εξουσία μετά από 20 χρόνια αμερικανικής παρουσίας, του Ιράκ, με το τεράστιο ανθρώπινο και πολιτικό κόστος, αλλά και της Λιβύης, που οδηγήθηκε σε χάος μετά την πτώση Καντάφι, ενισχύουν αυτή τη διαπίστωση.

Το προβληματικό αυτό ιστορικό καθιστά εντυπωσιακή την αναζωπύρωση της συζήτησης περί αλλαγής καθεστώτος. Όπως επισημαίνεται, η ανατροπή μιας κυβέρνησης είναι πολύ ευκολότερο να διακηρυχθεί παρά να υλοποιηθεί, ενώ η απουσία σχεδίου για την «επόμενη ημέρα» συχνά οδηγεί σε καταστροφικές συνέπειες. Καθοριστική είναι και η διάκριση ανάμεσα στην ανάγκη αντίδρασης σε μια αλλαγή καθεστώτος που προκύπτει εκ των έσω και στη συνειδητή επιλογή της επιβολής της από το εξωτερικό.

Στο παρελθόν, οι πιο επιτυχημένες περιπτώσεις εξωτερικά υποστηριζόμενης αλλαγής καθεστώτος καταγράφηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη βαθιά πολιτική και οικονομική ανασυγκρότηση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Αντίθετα, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ουάσινγκτον απέρριψε την ιδέα της άμεσης ανατροπής του σοβιετικού καθεστώτος, επιλέγοντας τη στρατηγική της «ανάσχεσης», η οποία τελικά συνέβαλε έμμεσα στη διάλυσή του.

Στη Λατινική Αμερική, η αμερικανική επέμβαση στον Παναμά το 1989, που συχνά προβάλλεται ως επιτυχημένο παράδειγμα, αποδείχθηκε στην πράξη δύσκολη και αιματηρή, παρά τις ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες. Το κόστος και οι κίνδυνοι αυτής της εμπειρίας εξηγούν, σε μεγάλο βαθμό, την επιφυλακτικότητα που επέδειξε αργότερα η κυβέρνηση Μπους στο τέλος του Πολέμου του Κόλπου.

Η μεταστροφή ήρθε μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με το Αφγανιστάν και στη συνέχεια το Ιράκ, όπου η αλλαγή καθεστώτος συνοδεύτηκε από μακρόχρονες και δαπανηρές προσπάθειες οικοδόμησης κράτους, με αμφίβολα αποτελέσματα. Η Λιβύη, αντίθετα, ανέδειξε τους κινδύνους της ανατροπής ενός καθεστώτος χωρίς επαρκή διεθνή δέσμευση για σταθεροποίηση.

Σήμερα, η συζήτηση επανέρχεται σε περιοχές όπως η Βενεζουέλα, η Γάζα και το Ιράν. Στη Βενεζουέλα, η Ουάσινγκτον φαίνεται να επιδιώκει περισσότερο μια ελεγχόμενη πολιτική αλλαγή και την εξασφάλιση στρατηγικών συμφερόντων, όπως η πρόσβαση στο πετρέλαιο, παρά μια κλασική αλλαγή καθεστώτος. Στη Γάζα, η προσπάθεια αποδυνάμωσης της Χαμάς δεν συνοδεύεται από σαφές πολιτικό σχέδιο για τη διακυβέρνηση της περιοχής, γεγονός που περιορίζει τις πιθανότητες ουσιαστικής μετάβασης. Στο Ιράν, οι εσωτερικές πιέσεις κατά του καθεστώτος αυξάνονται, αλλά παραμένει αβέβαιο αν και πώς θα μπορούσε να προκύψει μια βιώσιμη εναλλακτική.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να ξεχωρίσουν πότε πρέπει να αντιδρούν σε εσωτερικές πολιτικές αλλαγές και πότε –και αν– να επιδιώκουν ενεργά την ανατροπή ενός καθεστώτος. Η εμπειρία δείχνει ότι οι ευκαιρίες επιτυχούς αλλαγής καθεστώτος μέσω εξωτερικής παρέμβασης είναι σπάνιες και απαιτούν μακροχρόνια δέσμευση, υψηλό κόστος και ευνοϊκές τοπικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό, η έμφαση θα πρέπει να δίνεται περισσότερο στη στήριξη μεταρρυθμιστικών εξελίξεων εκ των έσω, όταν αυτές αναδύονται, παρά στη βίαιη επιβολή τους από το εξωτερικό.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ