Το μίσος, ο εκφοβισμός και η βία κατά πολιτικών αυξάνονται. Ο αριθμός των πολιτικά υποκινούμενων αξιόποινων πράξεων στη Γερμανία έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Σε νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα βρίσκεται η πολιτικά υποκινούμενη εγκληματικότητα στη Γερμανία. Όπως προκύπτει από ρεπορτάζ της WELT am Sonntag, πέρυσι καταγράφηκαν τουλάχιστον 85.000 αξιόποινες πράξεις με πολιτικά κίνητρα. Ο αριθμός αυτός καταρρίπτει το προηγούμενο ρεκόρ των 84.172 υποθέσεων του 2024, έχοντας έτσι υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με το 2015 (39.000).
Στις αξιόποινες πράξεις συμπεριλαμβάνονται η πρόκληση σωματικής βλάβης, εμπρησμοί, παράνομη χρήση εκρηκτικών υλών, όπως και διατάραξης της κοινωνικής ειρήνης.
Οι ερευνητές αποδίδουν την αύξηση των πολιτικά υποκινούμενων εγκλημάτων σε δύο κύριους λόγους: αφ' ενός στην πολωμένη προεκλογική εκστρατεία για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, αφ' ετέρου στις διεθνείς κρίσεις, όπως η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Την ίδια ώρα πάντως είναι γεγονός ότι οι προσβολές και τα σχόλια μίσους στο διαδίκτυο καταγγέλλονται πλέον με μεγαλύτερη συχνότητα απ' ό,τι στο παρελθόν, χωρίς πάντως να μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια ο βαθμός που επηρεάζει η αλλαγή αυτή την κουλτούρα καταγγελιών.
Ακροδεξιά «υπεροχή», όμως και η AfD στο στόχαστρο
Όσον αφορά τις πολιτικές πεποιθήσεις των δραστών, οι περισσότεροι εξ αυτών τοποθετούνται στο ακροδεξιό μέρος του πολιτικού φάσματος. Οι αξιόποινες πράξεις από ακροδεξιά στοιχεία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων αδικήματα προπαγάνδας, όπως σχεδιασμοί συνθημάτων με σβάστιγκες ή τη χρήση απαγορευμένων συμβόλων. Πιο συγκεκριμένα, οι πράξεις βίας από ακροδεξιούς κύκλους αυξήθηκαν κατά περίπου 7%, φτάνοντας τις 1.598.
Παρ' όλα αυτά διαπιστώνεται πως την ίδια στιγμή το κόμμα που πλήττεται περισσότερο από την πολιτική βία είναι κυρίως η AfD. Σύμφωνα με ειδική αξιολόγηση του υπουργείου Εσωτερικών καταγράφηκαν πέρυσι 121 επιθέσεις εναντίον στελεχών και μελών της AfD, ενώ οι αντίστοιχες υποθέσεις εναντίον εκπροσώπων όλων των υπόλοιπων κομμάτων μαζί ανήλθαν σε μόλις 62 πράξεις βίας.
Ανησυχία της πολιτικής ηγεσίας
Τα νέα στατιστικά δεδομένα έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στους πολιτικούς κύκλους.
Ο εκπρόσωπος του SPD για θέματα Εσωτερικής Πολιτικής, Σεμπάστιαν Φίντλερ, επισημαίνει πως η βία με πολιτικά κίνητρα είναι απαραίτητο να «διώκεται με συνέπεια». Ο υπουργός Εσωτερικών της Έσσης, Ρόμαν Πόζεκ (CDU), χαρακτήρισε ως ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη την εντεινόμενη προθυμία για πολιτική αντιπαράθεση με «εκφοβισμό, μίσος και βία». Ο ομόλογός του στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, Χέρμπερτ Ρόιλ (CDU), έκανε λόγο για ένα «σήμα συναγερμού», τονίζοντας πως «εδώ και καιρό η πολιτικά υποκινούμενη εγκληματικότητα δεν αποτελεί πλέον υποσημείωση, αλλά ένα τεστ αντοχής για τη δημοκρατία μας».
Αντιστοίχως, ο νέος υπουργός Εσωτερικών της Βάδης-Βυρτεμβέργης, Μάνουελ Χάγκελ (CDU), στάθηκε στο ότι «αντιμετωπίζουμε αντισυνταγματικές πρωτοβουλίες – από όποια κατεύθυνση και αν προέρχονται – με όλες μας τις δυνάμεις». Γι' αυτό και «οι δράστες δεν θα πρέπει να νιώθουν υπερβολικά ασφαλείς».
Η ειδική των Πρασίνων σε θέματα Εσωτερικής Πολιτικής, Ιρένε Μίχαλιτς, αναφέρει ότι είναι εκάθαρο πως «ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη δημοκρατία μας εξακολουθεί να προέρχεται από τον δεξιό εξτρεμισμό».
Εστιάζοντας στο ζήτημα της ριζοσπαστικοποίησης ο αναπληρωτής επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, Γκίντερ Κρινγκς, ζητά σκληρότερα μέτρα δράση, ιδίως για τον χώρο του διαδικτύου: «Πρέπει να παρέμβουμε εκεί όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι ριζοσπαστικοποιούνται σε όλο και μικρότερο χρονικό διάστημα: στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης».
Πηγή: Deutsche Welle