Η πιθανή εκλογική νίκη του Πέτερ Μαγυάρ και του νεοσύστατου κόμματος Tisza στις εκλογές της Κυριακής δημιουργεί προσδοκίες για μια σημαντική μετατόπιση στην εξωτερική και αμυντική πολιτική της Ουγγαρίας, με έμφαση στην ενίσχυση της συνεργασίας με το ΝΑΤΟ και την αλλαγή στάσης απέναντι στην Ουκρανία.
Μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης του πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν, το κόμμα του Μαγυάρ προτείνει αύξηση των αμυντικών δαπανών έως το 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035, επενδύσεις στον ουγγρικό στρατό, καθώς και επανεξέταση συμβάσεων στον αμυντικό τομέα για εντοπισμό πιθανής διαφθοράς. Παράλληλα, προωθεί την αποδυνάμωση της ρωσικής επιρροής σε κρατικούς θεσμούς και την ενίσχυση της θέσης της Ουγγαρίας στη Δύση.
Ωστόσο, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και αναλυτές εκτιμούν ότι μια τέτοια αλλαγή πορείας θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια, τόσο λόγω πιθανών τελευταίων νομοθετικών κινήσεων της απερχόμενης κυβέρνησης όσο και λόγω της βαθιάς διείσδυσης ρωσικών επιρροών σε κρίσιμους κρατικούς μηχανισμούς.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η αύξηση των αμυντικών δαπανών ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολη, καθώς η χώρα αντιμετωπίζει υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και αυξημένες κοινωνικές ανάγκες, τις οποίες το κόμμα Tisza έχει επίσης δεσμευτεί να καλύψει.
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, μια κυβέρνηση Μαγυάρ θα μπορούσε να άρει τα βέτο της Βουδαπέστης σε ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης προς την Ουκρανία και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη στη συνεργασία με το ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα σε ζητήματα ανταλλαγής πληροφοριών. Διπλωμάτες αναφέρουν ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σημαντική αλλαγή στάσης για τη χώρα.
Παρά τις προσδοκίες, αναλυτές σημειώνουν ότι η εσωτερική πολιτική πίεση και η περιορισμένη δημοτικότητα της Ουκρανίας στην ουγγρική κοινωνία, μετά από χρόνια κυβερνητικής ρητορικής, θα αναγκάσουν τη νέα ηγεσία να κινηθεί με ιδιαίτερη προσοχή.