Αντιδράσεις στην ΕΕ για την απόφαση των ΗΠΑ να επιτρέψουν πωλήσεις ρωσικού πετρελαίου

 
RUSSIAN OIL

Ενημερώθηκε: 13/03/26 - 15:00

Έντονη ανησυχία για την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να χαλαρώσουν προσωρινά τις κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου εξέφρασε την Παρασκευή ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να πλήξει την ευρωπαϊκή ασφάλεια και να ενισχύσει τη ρωσική πολεμική μηχανή.

Η Ουάσινγκτον επέτρεψε την πώληση ρωσικού πετρελαίου που βρίσκεται ήδη φορτωμένο σε δεξαμενόπλοια στη θάλασσα, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει την εκρηκτική άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας. Η άνοδος αυτή συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική αστάθεια που προκαλεί ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν, καθώς και με τις επιπτώσεις του στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Η απόφαση των ΗΠΑ προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπογραμμίζουν ότι τα πρόσθετα έσοδα από τις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου μπορούν να αξιοποιηθούν από τη Μόσχα για τη χρηματοδότηση της στρατιωτικής της εκστρατείας στην Ουκρανία.

Σε ανάρτησή του, ο Αντόνιο Κόστα τόνισε ότι η διατήρηση και η ενίσχυση της οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής της Δύσης, προκειμένου να οδηγηθεί η Μόσχα σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη. Όπως προειδοποίησε, οποιαδήποτε αποδυνάμωση του καθεστώτος κυρώσεων αυξάνει τους οικονομικούς πόρους της Ρωσίας και επιτρέπει τη συνέχιση του πολέμου.

Το ζήτημα περιπλέκεται περαιτέρω από τη γενικευμένη ένταση στη Μέση Ανατολή. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, καθώς και τα αντίποινα της Τεχεράνης στον Περσικό Κόλπο, έχουν προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα, ιδίως στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε απότομη αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ρωσία εμφανίζεται να αποκομίζει σημαντικά οικονομικά οφέλη. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Πάουλα Πίνιο, η Μόσχα εισπράττει περίπου 150 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως επιπλέον από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν, γεγονός που την καθιστά έναν από τους βασικούς οικονομικούς ωφελημένους της κρίσης.

Παρά τις πιέσεις που δέχεται η αγορά ενέργειας, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει στη διατήρηση αυστηρού καθεστώτος κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Υπενθυμίζεται ότι από το 2022 η ΕΕ έχει απαγορεύσει τις θαλάσσιες εισαγωγές ρωσικού αργού πετρελαίου, ενώ από τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους έχουν περιοριστεί και οι εξαγωγές μέσω αγωγών προς χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία.

Κριτική στην αμερικανική απόφαση άσκησε και ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος δήλωσε ότι η χαλάρωση των κυρώσεων σε αυτή τη φάση είναι λανθασμένη. Μιλώντας κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Νορβηγία, τόνισε ότι «είναι λάθος να χαλαρώνουμε τις κυρώσεις τώρα, για οποιονδήποτε λόγο».

Ο Γερμανός καγκελάριος υπογράμμισε επίσης ότι το βασικό πρόβλημα της διεθνούς αγοράς πετρελαίου δεν είναι η έλλειψη προσφοράς αλλά το επίπεδο των τιμών. Όπως ανέφερε, τη θέση αυτή συμμερίστηκαν έξι από τις επτά χώρες της G7 κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης που πραγματοποιήθηκε με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για το συγκεκριμένο ζήτημα.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ