Το Ιράκ εισέρχεται σε μια φάση έντονης αβεβαιότητας μετά την αιφνίδια απόφαση του Πρωθυπουργού Μοχάμεντ Σία αλ Σουντάνι να αποσυρθεί από τη διεκδίκηση μιας δεύτερης θητείας.
Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται από αναλυτές ως ένας στρατηγικός ελιγμός προκειμένου να αποφευχθεί η άμεση σύγκρουση με την Ουάσιγκτον, η οποία απαιτεί τον περιορισμό των δυνάμεων που πρόσκεινται στην Τεχεράνη. Στο κενό εξουσίας που δημιουργείται, αναδύεται εκ νέου η υποψηφιότητα του Νούρι αλ Μαλίκι, προκαλώντας αναταράξεις στις εσωτερικές και διεθνείς ισορροπίες.
Η πιθανή επιστροφή του Μαλίκι στην εξουσία αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό από τις ΗΠΑ, καθώς ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έθεσε σαφείς «κόκκινες γραμμές», υποδεικνύοντας ότι η νέα αμερικανική πολιτική δεν θα αποδεχθεί ηγεσία που δεν εγγυάται τον έλεγχο των εξοπλισμών και τον περιορισμό της οικονομικής επιρροής του Ιράν. Αν και η σχετική ανάρτηση διαγράφηκε, θεωρείται σαφές μήνυμα πίεσης για πολιτικές παραχωρήσεις. Η υποψηφιότητα Μαλίκι διχάζει το εσωτερικό μέτωπο, με το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν να εμφανίζεται θετικό, προσδοκώντας έναν ισχυρό εταίρο που θα διασφαλίσει τις οικονομικές συμφωνίες, ενώ οι σουνιτικές δυνάμεις εκφράζουν έντονες ανησυχίες, ανακαλώντας την περίοδο πόλωσης του παρελθόντος.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την αναδιάταξη των αμερικανικών δυνάμεων προς το Ιρακινό Κουρδιστάν και την αποχώρηση από τη Συρία, γεγονός που αφήνει εκτεθειμένες μεγάλες περιοχές του Ιράκ.
Παράλληλα, η μεταφορά χιλιάδων μελών του ISIS σε ιρακινές φυλακές αποτελεί «ωρολογιακή βόμβα», με τον κίνδυνο αποδράσεων να θυμίζει τα γεγονότα του 2014. Σύμφωνα με πολιτικές εκτιμήσεις, το επικρατέστερο σενάριο με πιθανότητα 65% είναι η αντικατάσταση του Μαλίκι από ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής που θα ικανοποιεί την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, παραμένει το ενδεχόμενο παράτασης της τωρινής κυβέρνησης ή μιας επικίνδυνης εγκατάστασης του Μαλίκι που θα οδηγούσε σε διπλωματική απομόνωση.
Η Τεχεράνη φαίνεται να χρησιμοποιεί την υποψηφιότητα Μαλίκι ως ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στις συνομιλίες της με την κυβέρνηση Τραμπ, ενώ οι χώρες του Κόλπου παρακολουθούν με επιφυλακτικότητα, ανησυχώντας για τη σταθερότητα των επενδύσεών τους στην περιοχή.