Μια νέα, ανησυχητική στρατηγική πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή αποκαλύπτουν απόρρητες εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που επικαλείται το CNN.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η πρόσφατη πολεμική σύγκρουση απέδειξε ότι το Ιράν διαθέτει πλέον τη βούληση και την επιχειρησιακή ικανότητα να αιχμαλωτίζει την παγκόσμια οικονομία, κλείνοντας όποτε το επιθυμεί το Στενό του Ορμούζ, την κρισιμότερη θαλάσσια αρτηρία για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν χαρακτηριστικά ότι η Ουάσιγκτον έχει παραχωρήσει στην Τεχεράνη έναν de facto έλεγχο των Στενών, ο οποίος λειτουργεί ως ένα γεωπολιτικό όπλο ισχυρότερο ακόμη και από ένα πραγματικό πυρηνικό οπλοστάσιο.
Παρά το γεγονός ότι την Παρασκευή αναμένεται να υπογραφεί η συμφωνία-πλαίσιο για την επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας, η περιφερειακή ισορροπία ισχύος έχει μεταβληθεί ριζικά.
Η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε σε σκληρές διαπραγματεύσεις για να πετύχει το άνοιγμα του περάσματος, επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη διαπραγματευτική θέση του Ιράν. Ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ ξεκαθαρίζουν ότι η σταδιακή άρση του αμερικανικού αποκλεισμού και τα όποια οφέλη για την Τεχεράνη θα εξαρτηθούν αυστηρά από τη διατήρηση της ελεύθερης διέλευσης των πλοίων.
Ωστόσο, στελέχη της ναυτιλίας προειδοποιούν ότι ο εμπορικός ρυθμός στα Στενά θα παραμείνει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για εβδομάδες, καθώς ο φόβος νέων εμπλοκών παραμένει ζωντανός.
Η ιρανική ηγεσία, έχοντας διαπιστώσει ότι μπορεί να καταφέρει καίρια ασύμμετρα πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου χωρίς μεγάλες στρατιωτικές απώλειες, εμφανίζεται αποθρασυμένη. Το οπλοστάσιό της —που περιλαμβάνει drones, πυραύλους και ταχύπλοα— παραμένει σχεδόν ανέπαφο, ενώ η ιρανική πολεμική βιομηχανία ανασυγκροτείται με ταχύτερους ρυθμούς από τους αναμενόμενους.
Αν και το κλείσιμο των Στενών προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Κίνας και των κρατών του Κόλπου, η Τεχεράνη έχει ήδη έτοιμο το επόμενο βήμα της σε περίπτωση που οι διπλωματικές επαφές με τις ΗΠΑ ναυαγήσουν: τη χρησιμοποίηση των ανταρτών Χούθι της Υεμένης για το κλείσιμο του στενού Μπαμπ ελ Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα, δημιουργώντας ένα διπλό οικονομικό ανάχωμα.
Η εξέλιξη αυτή φέρνει στο προσκήνιο έντονες επικρίσεις εντός των ΗΠΑ για τη στρατηγική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η Ουάσιγκτον φαίνεται πως ενεπλάκη στη σύγκρουση υποτιμώντας την αποφασιστικότητα του Ιράν να εργαλειοποιήσει τους διεθνείς εμπορικούς διαδρόμους.
Ακόμη και με μια ενδεχόμενη συμφωνία για τα πυρηνικά, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών αναθεωρούν πλήρως τα σενάρια απειλών, θεωρώντας πλέον πολύ πιθανό το Ιράν να καταφύγει ξανά στο μέλλον στον ενεργειακό εκβιασμό ως μέσο στρατηγικής αποτροπής.