Η δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί μια μετάβαση από την απρόβλεπτη ανατρεπτικότητα της πρώτης περιόδου σε ένα πιο συγκροτημένο και μεθοδικό δόγμα εξωτερικής πολιτικής.
Παρότι η προσέγγισή του συχνά περιγράφεται ως προσωποκεντρική ή επικοινωνιακά υπερβολική, μια προσεκτικότερη ανάγνωση δείχνει μια συνεκτική στρατηγική: συστηματική αξιοποίηση πίεσης, μοχλών ισχύος και ασύμμετρων διαπραγματεύσεων με στόχο την αναδιαμόρφωση συμμαχιών και προσδοκιών γύρω από την αμερικανική ισχύ.
Σε αντίθεση με την πρώτη θητεία (2017–2021), που χαρακτηρίστηκε από αιφνιδιαστικές αποφάσεις και διπλωματία «συνόδων κορυφής», η νέα περίοδος εμφανίζεται πιο πειθαρχημένη. Το επιτελείο είναι πιο έμπειρο στη διακυβέρνηση, γνωρίζει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας και κινείται με μεγαλύτερο συντονισμό. Οι απειλές συνοδεύονται συχνά από διαπραγματευτικές διεξόδους, ενώ η δημόσια πίεση συνδυάζεται με οικονομικά ή αμυντικά κίνητρα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναζωπύρωση της αμερικανικής διεκδίκησης αυξημένου ελέγχου στη Γροιλανδία. Μια παλαιότερη —και αμφιλεγόμενη— ιδέα αγοράς του νησιού εξελίχθηκε σε ευρύτερη διαπραγμάτευση για στρατιωτικές βάσεις, υποδομές και πρόσβαση σε πόρους. Η μέθοδος ήταν γνώριμη: διατύπωση ακραίας αρχικής απαίτησης, κλιμάκωση πίεσης και τελικός συμβιβασμός σε σημαντικά —αν και χαμηλότερα— ανταλλάγματα που ενισχύουν την αμερικανική παρουσία.
Το ίδιο μοτίβο εφαρμόζεται και στις συμμαχίες. Στο ΝΑΤΟ, η Ουάσιγκτον εντείνει τις πιέσεις για αύξηση αμυντικών δαπανών και ευθυγράμμιση εξοπλιστικών επιλογών με τις αμερικανικές προτεραιότητες. Η πολιτική δεν διαλύει τη συμμαχία, αλλά την καθιστά πιο «υπό όρους», συνδέοντας τις αμερικανικές εγγυήσεις με μετρήσιμες συνεισφορές.
Στη Μέση Ανατολή, η ασφάλεια και οι εξοπλιστικές συμφωνίες χρησιμοποιούνται ως διαπραγματευτικά εργαλεία για ενεργειακές συνεργασίες ή διπλωματικές εξομαλύνσεις. Στο εμπόριο, δασμοί και περιορισμοί πρόσβασης λειτουργούν ως μέσα πίεσης για αναδιάρθρωση αλυσίδων εφοδιασμού και επενδυτικών κανόνων προς όφελος των ΗΠΑ.
Η εσωτερική λογική του δόγματος βασίζεται στην ιδέα ότι η προτεραιότητα στην αμερικανική ισχύ ενισχύει τελικά και το δυτικό σύστημα. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι σύμμαχοι που επωφελούνται δυσανάλογα από την αμερικανική προστασία αποδυναμώνουν τη συλλογική ασφάλεια. Η επιβολή μεγαλύτερης αμοιβαιότητας παρουσιάζεται ως τρόπος διασφάλισης βιώσιμων συμμαχιών.
Ωστόσο, το κόστος παραμένει αντικείμενο διαμάχης. Η σκληρή διαπραγμάτευση μπορεί να αυξάνει τη βραχυπρόθεσμη συμμόρφωση, αλλά ενδέχεται να διαβρώνει την εμπιστοσύνη και την προβλεψιμότητα που χαρακτήριζαν παραδοσιακά την αμερικανική ηγεσία. Ήδη, εταίροι εξετάζουν εναλλακτικές ισορροπίες: ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, πολυδιάστατες σχέσεις στη Μέση Ανατολή, ή ασιατικές ισορροπίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Το ερώτημα της ανθεκτικότητας του «Δόγματος Τραμπ» παραμένει ανοικτό. Ορισμένα στοιχεία —όπως η απαίτηση επιμερισμού βαρών ή η χρήση οικονομικών εργαλείων ως στρατηγικής πίεσης— πιθανότατα θα επιβιώσουν και πέρα από την παρούσα ηγεσία. Άλλα, όπως η δημόσια ρητορική σύγκρουσης και η προσωποκεντρική διπλωματία, ίσως αποδειχθούν πιο συγκυριακά.
Συνολικά, η δεύτερη θητεία δεν συνιστά απλώς συνέχεια, αλλά εξέλιξη: μια πιο δομημένη προσπάθεια επανακαθορισμού του ρόλου των ΗΠΑ διεθνώς. Το αν αυτή η προσέγγιση θα ενισχύσει ή θα αποδυναμώσει το διεθνές σύστημα θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο μια διπλωματία βασισμένη στην πίεση και την αμοιβαιότητα μπορεί να παράγει και το αναγκαίο κεφάλαιο εμπιστοσύνης για μακροχρόνια συνεργασία.