Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας, οι Ευρωπαίοι ηγέτες –μεταξύ αυτών και η ελληνική πλευρά– καλούνται σήμερα, στο πλαίσιο της έκτακτης Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες, να επαναπροσδιορίσουν συνολικά τη στάση τους απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ γνωστοποίησε την απόσυρση των δασμών που είχε επιβάλει σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες λόγω της Γροιλανδίας, έπειτα από τη συνάντησή του με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, το ευρωπαϊκό μπλοκ βρίσκεται αντιμέτωπο με κρίσιμες επιλογές. Στο επίκεντρο βρίσκεται και το περίγραμμα μιας «μελλοντικής συμφωνίας» για τη Γροιλανδία, την οποία φέρεται να συζήτησε ο Αμερικανός πρόεδρος με τον Μαρκ Ρούτε.
Στις Βρυξέλλες επικράτησε πάντως συγκρατημένη ανακούφιση μετά τις δηλώσεις Τραμπ, κατά την ομιλία του στο Νταβός, ότι δεν προτίθεται να επιδιώξει την προσάρτηση της Γροιλανδίας με στρατιωτικά μέσα και ότι αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων. Αν και οι τοποθετήσεις του ενίσχυσαν την αβεβαιότητα ως προς τα ανταλλάγματα που θα απαιτήσει, Ευρωπαίοι διπλωμάτες σημείωναν ότι η ρητή αποκήρυξη της χρήσης βίας αποτελεί θετική εξέλιξη σε σχέση με προηγούμενες, πιο ασαφείς τοποθετήσεις του.
Παράλληλα, αρκετοί από τους «27» έσπευσαν να εκπέμψουν προειδοποιητικά μηνύματα προς την Ουάσιγκτον πριν από την εμφάνιση του Αμερικανού προέδρου στο Νταβός, τόσο για το ζήτημα της Γροιλανδίας και των ενδεχόμενων νέων δασμών όσο και για την πρωτοβουλία σύστασης του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» για τη Γάζα, το οποίο αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, καθώς εμφανίζεται ως εναλλακτικός μηχανισμός έναντι του ΟΗΕ.
Τα ζητήματα αυτά δεσπόζουν στην ατζέντα της σημερινής έκτακτης Συνόδου, γεγονός που επικαλέστηκε και η πρόεδρος της Κομισιόν για να επιστρέψει στις Βρυξέλλες από το Στρασβούργο, αποφεύγοντας νέα μετάβαση στο Νταβός και ενδεχόμενη συνάντηση με τον Τραμπ. Παρότι είχαν κυκλοφορήσει σενάρια περί επαφής των δύο πλευρών, κύκλοι της Κομισιόν διευκρίνισαν ότι δεν υπήρξε σχετικό αίτημα.
Η απουσία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν από το Νταβός συνεπάγεται και τη μη συμμετοχή της στην τελετή υπογραφής για τη συγκρότηση του «Συμβουλίου Ειρήνης», για την οποία είχε προσκληθεί. Παραμένει ασαφές εάν η Κομισιόν θα εκπροσωπηθεί τελικά στον νέο αυτό σχηματισμό, τον οποίο έχουν ήδη απορρίψει Παρίσι και Χάγη. Το θέμα προκαλεί έντονο προβληματισμό στους Ευρωπαίους, καθώς η άρνηση συμμετοχής ενδέχεται να έχει κόστος, όπως δείχνει και η περίπτωση της Γαλλίας, που βρέθηκε αντιμέτωπη με βαρείς αμερικανικούς δασμούς μετά τη στάση του Εμανουέλ Μακρόν.
Οι διατλαντικές σχέσεις αναμένεται έτσι κι αλλιώς να βρεθούν στο επίκεντρο των σημερινών συζητήσεων, με την Κομισιόν να προετοιμάζει νέα στρατηγική ασφάλειας, στην οποία θα εντάσσεται και η Αρκτική. Η πρόεδρος της Επιτροπής έχει ήδη προαναγγείλει αύξηση των ευρωπαϊκών επενδύσεων στη Γροιλανδία και ενίσχυση των αμυντικών δαπανών στην περιοχή.
Για την Αθήνα, το τοπίο είναι ιδιαίτερα σύνθετο. Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις αναθεωρητικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον και στις πάγιες ελληνικές θέσεις υπέρ της πολυμέρειας και της σταθερότητας, που στηρίζονται στον ρόλο της Ε.Ε., του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ. Τυχόν αποδυνάμωση αυτών των θεσμών δημιουργεί αβεβαιότητα στο πλαίσιο διαχείρισης της βασικής απειλής για τη χώρα, δηλαδή της Τουρκίας, σε ένα περιβάλλον για το οποίο δεν είναι προετοιμασμένες ούτε η Ελλάδα ούτε οι περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Παρότι η Γροιλανδία αποτελεί το άμεσο αντικείμενο της συζήτησης, στο τραπέζι αναμένεται να τεθούν και άλλα ανοιχτά μέτωπα, όπως η Ουκρανία, που σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες φαίνεται να υποβαθμίζεται. Σε κάθε περίπτωση, η Ε.Ε. καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα εξωτερικές πιέσεις και εσωτερικές εντάσεις, ακόμη και εντός του συμμαχικού πλαισίου.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, συμμερίζεται τις ανησυχίες για την ασφάλεια της Γροιλανδίας και της Αρκτικής, αναγνωρίζοντας τη σημασία τους για το ΝΑΤΟ, και στηρίζει τη θωράκιση της περιοχής μέσω της Συμμαχίας, με πρωταγωνιστικό ρόλο των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, παρακολουθεί στενά και τις συζητήσεις γύρω από το «Συμβούλιο Ειρήνης», τηρώντας στάση αναμονής και επιμένοντας στη νομιμότητα και στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, χωρίς πρόθεση να προσχωρήσει σε μια πρωτοβουλία που δεν έχει ευρωπαϊκή συναίνεση.