Η πρόσκαιρη ηρεμία που είχε επικρατήσει στην πολιτεία Ζακατέκας του Μεξικού κατέρρευσε βίαια ένα πρωινό του Ιουλίου, όταν οι κάτοικοι της μικρής πόλης Πόσος ντε Γκαμπόα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα αποτρόπαιο θέαμα: δέκα πτώματα, τα πέντε εκ των οποίων κρέμονταν από μια γέφυρα.
Το αποτρόπαιο αυτό «μήνυμα» επιβεβαίωσε ότι ο πόλεμος μεταξύ των εγκληματικών οργανώσεων για τον έλεγχο των δρόμων διακίνησης ναρκωτικών δεν σταμάτησε ποτέ πραγματικά.
Ο φόβος επιστρέφει σε μια «πόλη-φάντασμα»
Η αποκάλυψη των πτωμάτων —μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν ένας πρώην δήμαρχος, δημόσιοι υπάλληλοι και επιχειρηματίες— επανέφερε τον τρόμο στην Πόσος ντε Γκαμπόα, μια κωμόπολη 5.000 κατοίκων.
Οι δρόμοι ερημώνουν μόλις πέσει το σκοτάδι, με τους κατοίκους να περιγράφουν την περιοχή ως «πόλη-φάντασμα». Παρά τη ραγδαία μείωση των ανθρωποκτονιών τα τελευταία χρόνια (από 1.300 το 2022 σε 144 το 2025), η απουσία αστυνομικών σημείων ελέγχου και η αίσθηση ατιμωρησίας συντηρούν το κλίμα ανασφάλειας.
Στρατηγικό πέρασμα για τη Σιναλόα και τη Νέα Γενιά του Χαλίσκο
Η πολιτεία Ζακατέκας αποτελεί κομβικό σημείο για το οργανωμένο έγκλημα, καθώς συνδέει το κεντρικό Μεξικό με τις βόρειες περιοχές και τις οδούς προς την τεράστια αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα δύο μεγαλύτερα συνδικάτα εγκλήματος της χώρας —το Καρτέλ Νέας Γενιάς του Χαλίσκο (CJNG) και το Καρτέλ της Σιναλόα— συγκρούονται αδυσώπητα για την επικράτηση στη ζώνη αυτή. Ακαδημαϊκοί και ακτιβιστές επισημαίνουν ότι η βία αυτή αποτυπώνει την επικίνδυνη αναδιάρθρωση ενός «ναρκοκράτους» που εμπλέκει το οργανωμένο έγκλημα, την τοπική αυτοδιοίκηση και τον ιδιωτικό τομέα.
Πολιτικές πιέσεις και η απάντηση της κυβέρνησης
Το περιστατικό προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Προέδρου του Μεξικού, Κλαούντια Σέινμπαουμ, η οποία υποσχέθηκε τη σύλληψη των ενόχων και την αποστολή ενισχύσεων από τον Στρατό και την Εθνική Φρουρά.
Η μεξικανική κυβέρνηση βρίσκεται υπό αυξημένη πίεση από την πλευρά του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την καταστολή των καρτέλ και τον περιορισμό της εισροής ναρκωτικών στις ΗΠΑ, αναβιώνοντας μνήμες από τις πιο σκοτεινές περιόδους του πολέμου των ναρκωτικών που ξεκίνησε το 2006.