Ένα εκτεταμένο «οικοσύστημα παρακολούθησης», το οποίο φέρεται να χρησιμοποιείται για την άσκηση πιέσεων και τη φίμωση δημοσιογράφων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταγγέλλει η Διεθνής Αμνηστία στο Μαρόκο, κάνοντας λόγο για αξιοποίηση κατασκοπευτικού λογισμικού αλλά και για κρυφές βιντεοσκοπήσεις ακόμη και σε ιδιωτικούς χώρους.
Σύμφωνα με νέα έκθεση της οργάνωσης, ο μηχανισμός ασφαλείας της χώρας φέρεται να έχει αναπτύξει ένα ευρύ δίκτυο τεχνολογικών εργαλείων παρακολούθησης, με στόχο πρόσωπα που ασκούν κριτική στις αρχές ή δραστηριοποιούνται στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι η έρευνά της βασίστηκε, μεταξύ άλλων, σε αποκαλύψεις πρώην εργαζομένου στη Γενική Διεύθυνση Ελέγχου της Επικράτειας (DGST), καθώς και σε δημοσιογραφικές έρευνες συνεργαζόμενων μέσων.
Για χρόνια, η οργάνωση και άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν κατηγορήσει τις μαροκινές αρχές ότι χρησιμοποιούν το Pegasus, το κατασκοπευτικό λογισμικό της ισραηλινής εταιρείας NSO Group, για την παρακολούθηση δημοσιογράφων, ακτιβιστών και πολιτικών προσώπων.
Το Μαρόκο απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί «κράτος δικαίου» που προστατεύει το απόρρητο των ιδιωτικών επικοινωνιών. Παράλληλα, έχει ζητήσει επανειλημμένα από τη Διεθνή Αμνηστία να παρουσιάσει αποδείξεις για όσα καταγγέλλει.
Η γενική γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας, Ανιές Καλαμάρ, υποστήριξε ότι το Μαρόκο έχει υιοθετήσει «τεχνο-αυταρχικές πρακτικές», αποκτώντας ένα ευρύ φάσμα τεχνολογιών παρακολούθησης. Όπως ανέφερε, οι πρακτικές αυτές φέρονται να χρησιμοποιούνται για να δημιουργούν φόβο σε δημοσιογράφους και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να περιορίζουν τη δράση τους και να επηρεάζουν τη δημόσια εικόνα τους.
Η οργάνωση υποστηρίζει ακόμη ότι πρόσωπα που βρίσκονταν στο στόχαστρο βιντεοσκοπούνταν χωρίς να το γνωρίζουν, ακόμη και κατά τη διάρκεια κράτησης, στους χώρους εργασίας τους, στα αυτοκίνητά τους ή ακόμη και στα υπνοδωμάτιά τους.
Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, τηλεφωνικές συνομιλίες φέρεται να καταγράφονταν και να παρακολουθούνταν συστηματικά, ενώ η Διεθνής Αμνηστία υποστηρίζει ότι υπήρχαν ακόμη και κινητά τηλέφωνα τα οποία είχαν προηγουμένως μολυνθεί με κακόβουλο λογισμικό από τη DGST και στη συνέχεια διατίθεντο προς πώληση.
Στην έκθεση γίνεται επίσης αναφορά στη χρήση προσωπικών και ευαίσθητων δεδομένων για τη διοργάνωση εκστρατειών δυσφήμισης ακτιβιστών, με ιδιαίτερη στόχευση σε γυναίκες, προκειμένου να πληγεί η αξιοπιστία τους στην κοινή γνώμη.
Η Διεθνής Αμνηστία εκτιμά ότι το Pegasus χρησιμοποιήθηκε από τις μαροκινές αρχές τουλάχιστον από το 2017 έως το 2021, ενδεχομένως και αργότερα, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι αποτέλεσε μόνο ένα από τα εργαλεία που αποκτήθηκαν από εταιρείες τεχνολογίας στο Ισραήλ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ.
Η οργάνωση ζητά από τις μαροκινές αρχές να τερματίσουν τις πρακτικές παρακολούθησης δημοσιογράφων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να προχωρήσουν σε ανεξάρτητη έρευνα για τη δράση της DGST.