Φρένο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στους Παγκόσμιους Δασμούς Τραμπ – Νέο Τοπίο για την Οικονομία και τους Ρεπουμπλικανούς

 
αμερικανικη οικονομια

Ενημερώθηκε: 22/02/26 - 18:06

Σημαντικό θεσμικό εμπόδιο στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ έθεσε την Παρασκευή το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, ακυρώνοντας την κεντρική του πρωτοβουλία για επιβολή καθολικών δασμών. Στην απόφαση συμμετείχαν ακόμη και δύο δικαστές που είχαν διοριστεί από τον ίδιο, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος στην εξέλιξη.

Σε πολιτικό επίπεδο, η απόφαση συνιστά σαφή ανατροπή της στρατηγικής του Λευκού Οίκου, ωστόσο δεν στερείται και μιας διαφορετικής ανάγνωσης: απομακρύνει από το προσκήνιο ένα μέτρο που είχε προκαλέσει οικονομικές πιέσεις και αυξανόμενο πολιτικό κόστος για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί υποδέχθηκαν θετικά την απόφαση, είτε δημόσια είτε παρασκηνιακά.

Ο πρόεδρος αντέδρασε άμεσα, δηλώνοντας ότι θα προχωρήσει στην επιβολή δασμών 10% αξιοποιώντας διαφορετική νομοθετική βάση, ποσοστό που –όπως ανέφερε– θα μπορούσε να αυξηθεί στο 15%. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η δικαστική απόφαση ενισχύει τη δυνατότητά του να αναλάβει εμπορικές πρωτοβουλίες. Στην πράξη, ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών εμφανίζονται περιορισμένα, καθώς οι νέες ρυθμίσεις προβλέπουν ανώτατα όρια, χρονικούς περιορισμούς και πιθανή ανάγκη έγκρισης από το Κογκρέσο.

Η συγκυρία της απόφασης ήταν ιδιαιτέρως ευαίσθητη. Λίγο νωρίτερα είχαν ανακοινωθεί στοιχεία που έδειχναν επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, με το ΑΕΠ να αυξάνεται με ετήσιο ρυθμό 1,4% στο τέταρτο τρίμηνο, καθιστώντας το 2025 μία από τις πιο αδύναμες χρονιές της τελευταίας δεκαετίας. Η δημιουργία θέσεων εργασίας κινείται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ ο πληθωρισμός, αν και ελαφρώς υποχωρημένος, παραμένει επίμονος.

Αν και η επιβράδυνση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στους δασμούς, η αβεβαιότητα που προκάλεσαν και το αυξημένο κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές φαίνεται να επιβάρυναν το οικονομικό κλίμα. Δημοσκοπικά, η καθαρή αποδοχή του προέδρου σε ζητήματα οικονομίας παρουσίασε σημαντική πτώση μετά την ανακοίνωση της εμπορικής του πολιτικής, ενώ πλειοψηφία των Αμερικανών δηλώνει αντίθετη στους γενικευμένους δασμούς.

Σε νομικό επίπεδο, η επίκληση του Άρθρου 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974 δίνει στον πρόεδρο περιορισμένη ευχέρεια: προβλέπει ανώτατο όριο 15% και διάρκεια 150 ημερών, μετά την οποία απαιτείται έγκριση του Κογκρέσου. Επιπλέον, προϋποθέτει συγκεκριμένες διαπιστώσεις περί προβλημάτων στις διεθνείς πληρωμές. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, υπογράμμισε ότι τέτοιες διατάξεις συνοδεύονται από σαφείς διαδικαστικές και χρονικές προϋποθέσεις.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο η απόφαση θα ενθαρρύνει τους επιφυλακτικούς Ρεπουμπλικανούς να επανακαθορίσουν τη στάση τους. Παρά τη μέχρι πρότινος στήριξη στον πρόεδρο, η εμπορική πολιτική του απέχει από τη διαχρονική προσήλωση του κόμματος στις ελεύθερες αγορές. Ο δικαστής Νιλ Γκόρσατς, σε χωριστή γνώμη, επεσήμανε την ανάγκη ενεργότερης νομοθετικής συμμετοχής του Κογκρέσου σε τέτοιες αποφάσεις.

Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες οδεύουν προς ενδιάμεσες εκλογές, η εμπορική στρατηγική αποκτά αυξημένο πολιτικό βάρος. Το νέο θεσμικό πλαίσιο δεν σηματοδοτεί απαραίτητα αναδίπλωση του προέδρου, αλλά διαμορφώνει ένα πιο σύνθετο περιβάλλον για τις επόμενες κινήσεις τόσο του Λευκού Οίκου όσο και των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ