Η Ρωσία προχωρά σε νέα γενιά μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων κρουζ, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο την ουκρανική αεράμυνα, την ώρα που το Κίεβο είχε επενδύσει σημαντικά στην αντιμετώπιση των προηγούμενων τύπων ρωσικών drones.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, τα νέα drones Geran και οι πύραυλοι κρουζ Banderol αποτυπώνουν την ικανότητα της Μόσχας να προσαρμόζει γρήγορα τα οπλικά της συστήματα, ενσωματώνοντας προηγμένα ηλεκτρονικά, μεγαλύτερες ταχύτητες και τεχνολογίες που δυσκολεύουν τον εντοπισμό και την αναχαίτισή τους.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή φαίνεται να έχουν διαδραματίσει εξαρτήματα κινεζικής προέλευσης, μεταξύ άλλων κινητήρες τζετ, συστήματα πλοήγησης και ηλεκτρονικά επικοινωνιών.
Η Ουκρανία και αναλυτές υποστηρίζουν ότι μεγάλο μέρος αυτών προέρχεται από εμπορικά διαθέσιμα εξαρτήματα διπλής χρήσης, παρά τις διεθνείς κυρώσεις. Το Πεκίνο από την πλευρά του δηλώνει ότι ελέγχει τις εξαγωγές τεχνολογιών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς.
Οι δύο νέες κατηγορίες όπλων θεωρούνται σχετικά φθηνές, με το κόστος των Banderol και Geran-5 να εκτιμάται περίπου στις 100.000 δολάρια ανά μονάδα, τη στιγμή που ένας αμερικανικός πύραυλος κρουζ Tomahawk κοστίζει πάνω από 2 εκατ. δολάρια. Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τη σημασία του κόστους και του όγκου παραγωγής στη σύγχρονη αεροπορική άμυνα.
Τα Geran ξεκίνησαν ως ρωσικές εκδοχές των ιρανικών Shahed, τα οποία χρησιμοποιούσαν κινητήρες με έλικα και είχαν χαμηλότερη ταχύτητα. Μέσα από διαδοχικές αναβαθμίσεις, οι Ρώσοι μηχανικοί βελτίωσαν την ταχύτητα, την πλοήγηση, τις επικοινωνίες και τη δυνατότητα επιβίωσης των drones απέναντι στα ουκρανικά συστήματα αεράμυνας.
Το Geran-5, ειδικότερα, διαφοροποιείται αισθητά από τα αρχικά μοντέλα, καθώς παραπέμπει περισσότερο σε μικρό πύραυλο κρουζ παρά σε συμβατικό drone. Η εξέλιξή του υποχρεώνει την Ουκρανία να προσαρμόσει εκ νέου τις μεθόδους αναχαίτισης, καθώς τα συστήματα που είχαν σχεδιαστεί για πιο αργά drones με έλικα δεν επαρκούν πλέον στον ίδιο βαθμό.
Αναλυτές της DroneSec εκτιμούν ότι η Ρωσία εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από κινεζικά εξαρτήματα για το πρόγραμμα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών της. Παράλληλα, επισημαίνουν την ικανότητα των Ρώσων μηχανικών να αξιοποιούν εμπορικά διαθέσιμη τεχνολογία και να την προσαρμόζουν σε στρατιωτικές εφαρμογές, μεταξύ άλλων για την αντιμετώπιση των ηλεκτρονικών παρεμβολών.
Το στοιχείο που προβληματίζει ιδιαίτερα τους δυτικούς στρατιωτικούς αναλυτές είναι η ταχύτητα με την οποία η Μόσχα μετατρέπει τις δοκιμές και τις τεχνολογικές βελτιώσεις σε μαζικά παραγόμενα οπλικά συστήματα. Η Ρωσία, όπως επισημαίνεται, φαίνεται να έχει επενδύσει όχι μόνο στην τεχνολογική αναβάθμιση αλλά και στην παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων φθηνών όπλων.
Για την Ουκρανία, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή τα drones αποτελούν μόνο ένα μέρος της ρωσικής εκστρατείας. Η Μόσχα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί βαλλιστικούς πυραύλους και βόμβες ολίσθησης, οι οποίες προκαλούν σοβαρές πιέσεις στις ουκρανικές γραμμές άμυνας. Σύμφωνα με τον ερευνητή του Royal United Services Institute, Τζάστιν Μπρονκ, οι βόμβες ολίσθησης παραμένουν ακόμη μεγαλύτερη απειλή για το Κίεβο από τα drones.
Η εξέλιξη δημιουργεί παράλληλα οικονομικό πρόβλημα για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Οι δυτικές δυνάμεις συχνά χρησιμοποιούν ακριβά συστήματα, όπως οι Patriot και μαχητικά αεροσκάφη, για να αντιμετωπίσουν σχετικά φθηνά drones και πυραύλους. Έτσι, αναζητούν νέες και οικονομικότερες λύσεις, ιδιαίτερα για ταχύτερα drones με κινητήρες τζετ.
Ήδη δυτικές εταιρείες αναπτύσσουν νέα αναχαιτιστικά υψηλής ταχύτητας, ενώ ορισμένα υπάρχοντα συστήματα επανασχεδιάζονται ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν drones με κινητήρες τζετ. Ωστόσο, η εξασφάλιση φθηνών κινητήρων αποτελεί σημαντική πρόκληση, καθώς το κόστος των δυτικών λύσεων μπορεί να παραμένει υψηλό σε σχέση με την τιμή των επιτιθέμενων όπλων.
Για τους στρατιωτικούς αναλυτές, η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι σύγχρονες αεράμυνες πρέπει να είναι σχεδιασμένες για ένα πολύ ευρύτερο φάσμα απειλών, από φθηνά drones έως πυραύλους υψηλής τεχνολογίας. Το ΝΑΤΟ έχει ήδη δεσμευτεί για πρόσθετες επενδύσεις άνω των 40 δισ. δολαρίων σε διάστημα πέντε ετών για δυνατότητες αντιμετώπισης μη επανδρωμένων συστημάτων.
Το βασικό συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι η Ρωσία έχει καταφέρει να μειώσει σημαντικά τον χρόνο από την ανάπτυξη μιας νέας ιδέας μέχρι τη μαζική παραγωγή της. Η πρόκληση πλέον για την Ουκρανία και τη Δύση δεν είναι μόνο να αναχαιτίζουν τα όπλα που βρίσκονται ήδη στο πεδίο, αλλά να προβλέπουν την επόμενη εξέλιξή τους και να προσαρμόζουν εγκαίρως την άμυνά τους.