Σε ένα παρατεταμένο τέλμα διπλωματικών και στρατιωτικών ελιγμών παραμένει η κατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας, με την αμερικανική κυβέρνηση Τραμπ και τον ειδικό σύμβουλο Τζάροντ Κούσνερ να διατηρούν το πάνω χέρι στη διαμόρφωση της «επόμενης μέρας».
Το αμερικανικό σχέδιο πιέζει για σταδιακή υπαγωγή της πολιτικής διοίκησης σε μια τεχνοκρατική επιτροπή (NCAG), τη σταδιακή απόσυρση των ισραηλινών δυνάμεων σε μια στενότερη ζώνη ασφαλείας (από το 50-60% στο 15% της έκτασης της Γάζας), την είσοδο Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης (ISF) και τον αφοπλισμό της Χαμάς.
Από την πλευρά του, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, αν και επιθυμούσε εκ νέου εισβολή, αναγκάζεται σε υποχωρήσεις λόγω της πίεσης της Ουάσινγκτον, ενώ παράλληλα καθυστερεί αποφάσεις —όπως το άνοιγμα του περάσματος Ερέζ— υπολογίζοντας το πολιτικό κόστος ενόψει των επικείμενων ισραηλινών εκλογών του Οκτωβρίου.
Την ίδια ώρα, η Χαμάς διατηρεί τον ουσιαστικό έλεγχο στο 40-50% της επικράτειας όπου διαμένει η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, κάνοντας συμβολικές υποχωρήσεις χωρίς να παραδίδει την πραγματική της ισχύ.
Παράλληλα, αποκαλύπτεται ο ρόλος της ισραηλινής μυστικής υπηρεσίας Shin Bet και του IDF στη στήριξη τοπικών παλαιστινιακών συμμοριών εντός της Γάζας, οι οποίες έχουν επεκταθεί σε έξι διαφορετικές ομάδες. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ομάδες αυτές—αριθμώντας μόλις μερικές δεκάδες έως εκατοντάδες μέλη—αδυνατούν να ανατρέψουν τη Χαμάς χωρίς ευρύτερη εξωτερική στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη.
Με τον Ντόναλντ Τραμπ να επιζητεί τη διατήρηση της ηρεμίας στη Μέση Ανατολή ενόψει και των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, το υφιστάμενο status quo αναμένεται να διατηρηθεί τουλάχιστον μέχρι τις ισραηλινές κάλπες, αφήνοντας τον παλαιστινιακό πληθυσμό σε ανθρωπιστικό αδιέξοδο και το Ισραήλ αντιμέτωπο με τη διεθνή κατακραυγή.