Σε μια απόφαση που προκαλεί έντονες αντιδράσεις και αναδεικνύει τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα, οι αρχές της Κάτω Σαξονίας ενέκριναν την επέκταση του εργοστασίου παραγωγής πυρηνικού καυσίμου στο Λίνγκεν.
Το εργοστάσιο, το οποίο ανήκει στην Advanced Nuclear Fuels (ANF) —θυγατρική της γαλλικής Framatome— θα κατασκευάζει καύσιμα ρωσικού σχεδιασμού (VVER) σε συνεργασία με την κρατική εταιρεία της Ρωσίας, Rosatom.
Η κίνηση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την επίσημη γραμμή του Βερολίνου, που τάσσεται υπέρ της αυστηροποίησης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Τα παραγόμενα καύσιμα προορίζονται για αντιδραστήρες σοβιετικού τύπου που λειτουργούν ακόμη σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Βουλγαρία.
Παρά τους αυστηρούς όρους ασφαλείας —όπως η απαγόρευση φυσικής παρουσίας Ρώσων εμπειρογνωμόνων στο εργοστάσιο— η έγκριση επιτρέπει ουσιαστικά σε έναν βασικό πυλώνα του ρωσικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος να διατηρεί παρουσία και έσοδα εντός γερμανικού εδάφους.
Από την πλευρά τους, το ομοσπονδιακό υπουργείο Περιβάλλοντος και οι τοπικές αρχές υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε νομικό πάτημα για την απόρριψη της αίτησης, καθώς ο πυρηνικός τομέας της Ρωσίας παραμένει εξαιρεμένος από τις πλήρεις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρά τις δηλώσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος της Κάτω Σαξονίας, Κρίστιαν Μάιερ, ο οποίος χαρακτήρισε τη συνεργασία «πολιτικά λάθος», επικριτές προειδοποιούν για σοβαρούς κινδύνους κατασκοπείας και σαμποτάζ, καταγγέλλοντας παράλληλα τη γερμανική στάση για δύο μέτρα και σταθμά απέναντι στη διοχέτευση ευρωπαϊκών κεφαλαίων στη Ρωσία.