Η ένταση γύρω από τη Γροιλανδία ανεβαίνει επικίνδυνα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να επαναφέρουν ανοιχτά το ζήτημα του ελέγχου του νησιού, την Κίνα να απαντά σε υψηλούς τόνους και τη Ρωσία να επιλέγει μια στάση που προκαλεί εντύπωση: απόλυτη σιωπή. Η απουσία οποιασδήποτε δημόσιας τοποθέτησης από το Κρεμλίνο εγείρει ερωτήματα, δεδομένου ότι η Μόσχα αποτελεί τον κυρίαρχο παίκτη στην Αρκτική.
Η συζήτηση άναψε όταν ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «οφείλουν» να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γροιλανδίας για λόγους εθνικής ασφάλειας, επικαλούμενος την αυξημένη παρουσία κινεζικών και ρωσικών πλοίων στην Αρκτική. Το Πεκίνο αντέδρασε άμεσα, κατηγορώντας την Ουάσινγκτον ότι επικαλείται έναν ανύπαρκτο «κινεζικό κίνδυνο» για να εξυπηρετήσει γεωπολιτικές σκοπιμότητες. Αντίθετα, η Μόσχα απέφυγε οποιοδήποτε σχόλιο.
Η στάση αυτή θεωρείται παράδοξη μόνο εκ πρώτης όψεως. Η Ρωσία ελέγχει πάνω από το μισό της ακτογραμμής του Αρκτικού Ωκεανού και στην περιοχή συγκεντρώνονται ζωτικής σημασίας συμφέροντα: τεράστια ενεργειακά αποθέματα, η Βόρεια Θαλάσσια Οδός που συνδέει Ευρώπη και Ασία, κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές και ο ισχυρότερος στόλος παγοθραυστικών στον κόσμο. Για το Κρεμλίνο, η Αρκτική αποτελεί βασικό πυλώνα ισχύος και όχι απλώς μια περιφερειακή ζώνη.
Παρά ταύτα, αναλυτές εκτιμούν ότι η ρωσική σιωπή δεν συνιστά αδυναμία, αλλά προϊόν ψυχρού στρατηγικού υπολογισμού. Η πιθανή ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στη Γροιλανδία δεν ανατρέπει ουσιαστικά τις στρατιωτικές ισορροπίες εις βάρος της Ρωσίας, καθώς το ΝΑΤΟ έχει ήδη ενισχύσει την παρουσία του στον Βορρά, με τη συμμετοχή χωρών όπως ο Καναδάς, η Νορβηγία, η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η ένταξη Σουηδίας και Φινλανδίας έχει διευρύνει περαιτέρω το μέτωπο.
Το πραγματικό διακύβευμα για τη Μόσχα δεν είναι η ίδια η Γροιλανδία, αλλά οι επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια αμερικανική κίνηση στο εσωτερικό της Δύσης. Η Δανία και οι αρχές της Γροιλανδίας έχουν ξεκαθαρίσει ότι το νησί δεν πωλείται και ότι οποιαδήποτε επιβολή διά της ισχύος θα προκαλούσε σοβαρή κρίση στο ΝΑΤΟ. Ένα τέτοιο σενάριο θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη συνοχή της Συμμαχίας και θα δημιουργούσε βαθιά ρήγματα εμπιστοσύνης μεταξύ των συμμάχων.
Για τη Ρωσία, αυτή η προοπτική συνιστά στρατηγικό όφελος. Το Κρεμλίνο γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επικρατήσει στρατιωτικά απέναντι στο ΝΑΤΟ, μπορεί όμως να το αποδυναμώσει πολιτικά, ενισχύοντας τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Μια Δύση διχασμένη, με μια Ευρώπη που αμφιβάλλει για τη βούληση των ΗΠΑ να τη στηρίξουν, είναι ένα σενάριο που εξυπηρετεί πλήρως τα ρωσικά συμφέροντα.
Αναλυτές χαρακτηρίζουν το ενδεχόμενο εσωτερικής κρίσης ή παράλυσης της Συμμαχίας ως «στρατηγικό δώρο» για τη Μόσχα. Ένα ΝΑΤΟ που αμφισβητείται εκ των έσω και ένα Άρθρο 5 που μοιάζει αποδυναμωμένο συνθέτουν το ιδανικό περιβάλλον για τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της σιωπής δεν είναι ουδετερότητα, αλλά τακτική αναμονής. Αν η αντιπαράθεση για τη Γροιλανδία εξελιχθεί σε εσωτερικό ρήγμα της Δύσης, η Ρωσία θα έχει κερδίσει χωρίς να εμπλακεί ανοιχτά. Και ίσως γι’ αυτό, την ώρα που όλοι μιλούν για τη Γροιλανδία, ο Πούτιν επιλέγει να μην πει ούτε λέξη.