Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται να προκρίνει τη διπλωματική οδό στην αντιπαράθεση που έχει προκαλέσει η επιμονή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία, ακόμη και με τη χρήση οικονομικής πίεσης.
Σε πρώτο στάδιο, οι ΗΠΑ άνοιξαν νέο κύκλο εμπορικής σύγκρουσης, ανακοινώνοντας την επιβολή δασμών 10% από την 1η Φεβρουαρίου σε προϊόντα από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες: Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Κάτω Χώρες, Νορβηγία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Λευκός Οίκος προειδοποίησε ότι το ποσοστό θα αυξηθεί στο 25% εάν δεν υπάρξει συμφωνία έως την 1η Ιουνίου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης, δηλώνοντας πως αν δεν επιτευχθεί συμφωνία «με τον εύκολο τρόπο», τότε οι ΗΠΑ θα κινηθούν «με τον δύσκολο τρόπο». Σε δημόσιες τοποθετήσεις του υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί στρατηγικά αναγκαίο τον έλεγχο της Γροιλανδίας, ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενη ενίσχυση της ρωσικής ή κινεζικής επιρροής στην περιοχή. Σε συνέντευξή του στο NBC News ξεκαθάρισε ότι είναι αποφασισμένος να επιβάλει δασμούς σε ευρωπαϊκές χώρες που θα σταθούν εμπόδιο στα σχέδιά του.
Παρά τις πιέσεις, οι Βρυξέλλες δεν προχώρησαν άμεσα σε σκληρά αντίμετρα. Σύμφωνα με ευρωπαϊκά μέσα, τα κράτη-μέλη επιδιώκουν αρχικά να εξαντλήσουν τα περιθώρια διαλόγου με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, αυξάνονται οι φωνές που ζητούν την ενεργοποίηση του λεγόμενου «αντι-καταναγκαστικού μέσου» (Anti-Coercion Instrument – ACI), ενός ισχυρού μηχανισμού που επιτρέπει στην ΕΕ να απαντά σε περιπτώσεις οικονομικού εκβιασμού.
Το εργαλείο αυτό θεσπίστηκε το 2023, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί. Προβλέπει περιορισμούς σε εμπορικές άδειες και αποκλεισμό πρόσβασης στην ενιαία αγορά για χώρες που ασκούν οικονομικές πιέσεις. Αν και σχεδιάστηκε κυρίως με στόχο μεγάλες δυνάμεις όπως η Κίνα, και όχι συμμάχους όπως οι ΗΠΑ, αναλυτές επισημαίνουν ότι η ΕΕ ενδέχεται να το εξετάσει σοβαρά αν η ένταση συνεχιστεί.
Την ίδια στιγμή, στο τραπέζι βρίσκεται και ένα πακέτο αντιποίνων ύψους 93 δισ. ευρώ που αφορά αμερικανικά προϊόντα. Το σχέδιο προβλέπει δασμούς έως και 30% σε σειρά προϊόντων, από αυτοκίνητα μέχρι αγροτικά αγαθά, και είχε προετοιμαστεί πέρυσι, πριν «παγώσει» μετά την προσωρινή εμπορική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών.
Η συμφωνία εκείνη, που επιτεύχθηκε το περασμένο καλοκαίρι, όριζε βασικό δασμό 15% για τις περισσότερες ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, ενώ μηδένιζε τους δασμούς για πολλά αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα. Ωστόσο, οι νέες απειλές επαναφέρουν το ενδεχόμενο ενός ευρύτερου εμπορικού πολέμου.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια νέα κλιμάκωση θα επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αυξάνοντας το κόστος εισαγωγών και πλήττοντας τις επενδύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη διπλωματική αποκλιμάκωση και στη διατήρηση ισχυρών εργαλείων πίεσης, εφόσον οι διαπραγματεύσεις δεν αποδώσουν.